256 αποτελέσματα για «世»

世界 せかい N4

ουσιαστικό

  1. 01 κόσμος, κοινωνία, σύμπαν
  2. 02 σφαίρα, κύκλος, κόσμος
  3. 03 παγκοσμιοφημισμένος, παγκοσμίως γνωστός
  4. 04 βουδιστικό βασίλειο, χώρος
世の中 よのなか N3

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνία, ο κόσμος, οι καιροί
世間 せけん N3

ουσιαστικό

  1. 01 κόσμος, κοινωνία, άνθρωποι, κοινό
N3

ουσιαστικό

  1. 01 κόσμος, κοινωνία, κοινό
  2. 02 ζωή, βίος
  3. 03 εποχή, περίοδος, γενιά
  4. 04 βασιλεία, διακυβέρνηση, εξουσία
  5. 05 οι καιροί, η εποχή
  6. 06 κόσμος (της ύπαρξης)
世界中 せかいじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σε όλο τον κόσμο, ανά τον κόσμο
世話 せわ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φροντίδα, περιποίηση, βοήθεια, συνδρομή
  2. 02 ενόχληση, μπελάς, πρόβλημα
  3. 03 μεσολάβηση, σύσταση, γνωριμία
  4. 04 καθημερινή ζωή, καθημερινές υποθέσεις, καθημερινή γλώσσα
  5. 05 σεουαμόνο (δράμα της περιόδου Έντο με θέμα την καθημερινή ζωή)
世話になる せわになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 δέχομαι χάρη, βοήθεια, με φροντίζουν, με προσέχουν, εξαρτώμαι (από), γίνομαι υπόχρεος (σε κάποιον), χρεώνομαι
世代 せだい N1

ουσιαστικό

  1. 01 γενιά
世紀 せいき N3

ουσιαστικό

  1. 01 αιώνας
  2. 02 εποχή
  3. 03 του αιώνα (π.χ. αγώνας του αιώνα)
世界一 せかいいち

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ο καλύτερος στον κόσμο
世話をする せわをする

άλλο, ρήμα

  1. 01 φροντίζω, περιποιούμαι
世界的 せかいてき

επίθετο

  1. 01 παγκόσμιος, διεθνής, οικουμενικός
  2. 02 παγκοσμίου φήμης, παγκόσμιας κλάσης
世間話 せけんばなし

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική συζήτηση, κουβεντολόι, κουτσομπολιό
せい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αριθμητικό για γενιές
  2. 02 εποχή
世間知らず せけんしらず

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αδαής σχετικά με τα πράγματα του κόσμου, αφελής
世界観 せかいかん

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμοθεωρία, αντίληψη για τον κόσμο
  2. 02 σκηνικό (για ένα έργο μυθοπλασίας), κόσμος, σύμπαν
世話を焼く せわをやく

άλλο, ρήμα

  1. 01 φροντίζω κάποιον, προσέχω κάποιον, βοηθώ
  2. 02 προσφέρω ανεπιθύμητη βοήθεια, είμαι παρεμβατικός, ενοχλώ, ανακατεύομαι, επεμβαίνω
世にも よにも

επίρρημα

  1. 01 εξαιρετικά, πάρα πολύ
世間一般 せけんいっぱん

άλλο

  1. 01 γενικά ο κόσμος, η κοινωνία, οι συμβάσεις
世間的 せけんてき

επίθετο

  1. 01 κοινωνικός (προσοχή, αναγνώριση κ.λπ.), δημόσιος (υπόληψη, αποδοχή κ.λπ.), εγκόσμιος (φήμη, επιθυμίες κ.λπ.)