238 αποτελέσματα για «交»

交渉 こうしょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαπραγματεύσεις, συζητήσεις, συνομιλίες, παζάρια
  2. 02 σύνδεση, σχέση, επαφές, συναλλαγές, δοσοληψίες
交わす かわす

ρήμα, επίθημα

  1. 01 ανταλλάσσω (μηνύματα, χαιρετισμούς, επιχειρήματα, κλπ.)
  2. 02 τέμνω, διασταυρώνομαι, συμπλέκομαι
  3. 03 αμοιβαία, ο ένας τον άλλον
交換 こうかん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανταλλαγή, εναλλαγή, αμοιβαιότητα, αντιπραγματισμός, υποκατάσταση, αντικατάσταση, εκκαθάριση (επιταγών)
交流 こうりゅう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανταλλαγή (π.χ. πολιτιστική), αλληλεπίδραση, συναναστροφή, ανάμειξη, συνεύρεση
  2. 02 εναλλασσόμενο ρεύμα
交代 こうたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή, εναλλαγή, αντικατάσταση, υποκατάσταση, βάρδια, εκ περιτροπής
交える まじえる N1

ρήμα

  1. 01 ανακατεύω, αναμειγνύω, συνδυάζω, συμπεριλαμβάνω
  2. 02 ανταλλάσσω (λόγια, πυρά κ.λπ.)
  3. 03 διασταυρώνω, σταυρώνω (π.χ. σπαθιά), ενώνω, συνενώνω
交互 こうご N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εναλλάξ, διαδοχικός
交際 こうさい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρέα, φιλία, συναναστροφή, κοινωνία, γνωριμία
  2. 02 ερωτική σχέση, δεσμός
交わる まじわる N1

ρήμα

  1. 01 διασταυρώνομαι, τέμνομαι, ενώνομαι, συναντώμαι
  2. 02 συναναστρέφομαι, συνυπάρχω, συνευρίσκομαι
  3. 03 έχω σεξουαλική επαφή, συνουσιάζομαι
交互に こうごに

επίρρημα

  1. 01 εναλλάξ, εκ περιτροπής, ο ένας μετά τον άλλον
交差 こうさ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διασταύρωση, πέρασμα
  2. 02 (γενετική) χιασματυπία, επιτόπια διασταύρωση
交じり まじり

ουσιαστικό

  1. 01 ανακατεμένος με, μπερδεμένος με, παρεμβαλλόμενος με, εμπλουτισμένος με, πασπαλισμένος με
交戦 こうせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πόλεμος, μάχη, εχθροπραξίες
交易 こうえき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμπόριο, συναλλαγή
交差点 こうさてん N5

ουσιαστικό

  1. 01 διασταύρωση
交代で こうたいで

άλλο

  1. 01 εναλλάξ, διαδοχικά
交錯 こうさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάμειξη, μείγμα, περιπλοκή, διασταύρωση, τέμνουσα κίνηση, πλέξιμο
交通事故 こうつうじこ

ουσιαστικό

  1. 01 τροχαίο ατύχημα
交通 こうつう N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κυκλοφορία, μεταφορά, συγκοινωνία
  2. 02 επικοινωνία, ανταλλαγή (ιδεών κ.λπ.)
  3. 03 σχέσεις, συναναστροφή
交番 こうばん N5

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αστυνομικό φυλάκιο, κομπάν, μικρό αστυνομικό τμήμα γειτονιάς
  2. 02 εναλλαγή
  3. 03 εναλλασσόμενος (ρεύμα, τονισμός, κ.λπ.)