35 αποτελέσματα για «催»

催す もよおす N1

ρήμα

  1. 01 διοργανώνω, πραγματοποιώ (εκδήλωση, δείπνο, πάρτι)
  2. 02 νιώθω, αισθάνομαι (αίσθηση, συναίσθημα, φυσική ανάγκη), δείχνω σημάδια
催促 さいそく N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πίεση, προτροπή, απαίτηση
催し もよおし N2

ουσιαστικό

  1. 01 εκδήλωση, εορτασμός, λειτουργία, κοινωνική συνάθροιση, αιγίδα, έναρξη, διεξαγωγή (συνάντησης)
催眠 さいみん

ουσιαστικό

  1. 01 ύπνωση
催眠術 さいみんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 υπνωτισμός
催し物 もよおしもの

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχαγωγικά προγράμματα, ειδικές εκδηλώσεις, εκθέσεις, διασκεδάσεις, αξιοθέατα
催眠術をかける さいみんじゅつをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 υπνωτίζω
催涙ガス さいるいガス

ουσιαστικό

  1. 01 δακρυγόνο αέριο
催涙弾 さいるいだん

ουσιαστικό

  1. 01 δακρυγόνο βόμβα
催事 さいじ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική εκδήλωση
催眠ガス さいみんガス

ουσιαστικό

  1. 01 υπνωτικό αέριο
催涙スプレー さいるいスプレー

ουσιαστικό

  1. 01 σπρέι αυτοάμυνας με δακρυγόνα (π.χ. mace, σπρέι πιπεριού)
催眠療法 さいみんりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 υπνοθεραπεία
催眠術師 さいみんじゅつし

ουσιαστικό

  1. 01 υπνωτιστής, μεσμεριστής
催涙 さいるい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δακρυγόνος
催眠薬 さいみんやく

ουσιαστικό

  1. 01 υπνωτικό φάρμακο
催淫剤 さいいんざい

ουσιαστικό

  1. 01 αφροδισιακό
催馬楽 さいばら

ουσιαστικό

  1. 01 είδος ιαπωνικής αυλικής μουσικής της περιόδου Χεϊάν (που αποτελείται κυρίως από λαϊκές μελωδίες σε στυλ γκαγκάκου)
催事場 さいじじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εκθεσιακός χώρος, αίθουσα εκδηλώσεων
催眠剤 さいみんざい

ουσιαστικό

  1. 01 υπνωτικό φάρμακο, υπναγωγό, υπνωτικό