41 αποτελέσματα για «兄»

あに N5

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερος αδελφός
  2. 02 κουνιάδος (μεγαλύτερος αδελφός του/της συζύγου ή σύζυγος της μεγαλύτερης αδελφής)
兄弟 きょうだい N5

ουσιαστικό

  1. 01 αδέλφια
  2. 02 ετεροθαλή, θετά αδέλφια, αδέλφια από γάμο ή υιοθεσία
  3. 03 φίλος, σύντροφος
兄弟 けいてい

ουσιαστικό

  1. 01 αδέλφια
兄さん にいさん

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερος αδελφός, αδελφός
  2. 02 αδελφός (ως φιγούρα μεγαλύτερου αδελφού σε φιλική σχέση ή σχέση εργασίας)
  3. 03 νεαρός, φίλε, παλικάρι, αγόρι
兄貴 あにき

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερος αδελφός
  2. 02 ο ανώτερος, ο αρχαιότερος
  3. 03 μεγαλύτερος άντρας, άντρας μεγαλύτερος από εμένα
兄妹 けいまい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερος αδελφός και μικρότερη αδελφή
兄様 にいさま

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερος αδελφός
兄様 あにさま

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερος αδελφός
  2. 02 ο μεγαλύτερος αδελφός κάποιου άλλου
  3. 03 άνδρας μεγαλύτερης ηλικίας με ανώτερη κοινωνική θέση
兄ちゃん にいちゃん

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερος αδελφός
  2. 02 νεαρός άνδρας, παλικάρι
兄上 あにうえ

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερος αδελφός (σεβαστική προσφώνηση)
けい

αντωνυμία, επίθημα, ουσιαστικό

  1. 01 εσύ
  2. 02 κύριος
  3. 03 μεγαλύτερος αδελφός
兄弟子 あにでし

ουσιαστικό

  1. 01 ανιδέσι, παλαιότερος μαθητής (του ίδιου δασκάλου), πρωτομαθητής
兄弟姉妹 きょうだいしまい

ουσιαστικό

  1. 01 αδέλφια
兄貴分 あにきぶん

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ανώτερο μέλος μιας ομάδας, ηγετικό πρόσωπο μεταξύ συνομηλίκων
  2. 02 κάποιος που λειτουργεί σαν μεγαλύτερος αδερφός, μεγάλος αδερφός
兄姉 けいし

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερος αδελφός και μεγαλύτερη αδελφή
にい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερος αδελφός
兄嫁 あによめ

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος μεγαλύτερου αδελφού, κουνιάδα
兄弟喧嘩 きょうだいげんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καβγάς μεταξύ αδελφών
兄弟分 きょうだいぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ορκισμένος αδελφός, φίλος, κολλητός
兄妹喧嘩 きょうだいげんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καυγάς μεταξύ αδελφιών