51 αποτελέσματα για «党»

とう N3

ουσιαστικό

  1. 01 κόμμα (πολιτικό)
  2. 02 λάτρης, θαυμαστής
党首 とうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός κόμματος
党員 とういん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος κόμματος
党派 とうは

ουσιαστικό

  1. 01 παράταξη, κόμμα, κλίκα
党内 とうない

ουσιαστικό

  1. 01 κομματικός, εντός του κόμματος
党本部 とうほんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικά γραφεία κόμματος
党大会 とうたいかい

ουσιαστικό

  1. 01 συνέδριο πολιτικού κόμματος
党名 とうめい

ουσιαστικό

  1. 01 κομματικό όνομα, όνομα πολιτικού κόμματος
党幹部 とうかんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ηγέτες ενός κόμματος, κομματικό στέλεχος, κομματική ηγεσία, ανώτατα μέλη ενός κόμματος
党人 とうじん

ουσιαστικό

  1. 01 κομματικό στέλεχος, κομματικό μέλος
党勢 とうせい

ουσιαστικό

  1. 01 κομματική δύναμη
党総裁 とうそうさい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόεδρος κόμματος, αρχηγός κόμματος
党首討論 とうしゅとうろん

ουσιαστικό

  1. 01 συζήτηση μεταξύ αρχηγών κομμάτων (στην ιαπωνική Δίαιτα)
党派心 とうはしん

ουσιαστικό

  1. 01 κομματισμός, φατριασμός
党員集会 とういんしゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 προκριματική συγκέντρωση
党是 とうぜ

ουσιαστικό

  1. 01 κομματικό πρόγραμμα, κομματικές αρχές
党史 とうし

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορία ενός πολιτικού κόμματος
党費 とうひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα κόμματος
  2. 02 συνδρομή μέλους κόμματος
党争 とうそう

ουσιαστικό

  1. 01 κομματική έριδα, φατρία
党務 とうむ

ουσιαστικό

  1. 01 κομματικά καθήκοντα, κομματικές υποθέσεις