330 αποτελέσματα για «共»

共に ともに N3

επίρρημα

  1. 01 μαζί, από κοινού
  2. 02 ταυτόχρονα, με, ως, συμπεριλαμβάνοντας, μαζί με
  3. 03 και οι δύο, αμφότεροι
共有 きょうゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνιδιοκτησία, κοινή χρήση, συμμετοχή (π.χ. σε μια άποψη)
  2. 02 κοινή χρήση (αρχείων, συσκευών σε δίκτυο, αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ.)
共通 きょうつう N3

ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα

  1. 01 κοινός, αμοιβαίος
  2. 02 είμαι κοινός, μοιράζομαι
  3. 03 σε ευρεία κλίμακα
とも

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 μαζί με
  2. 02 ίδιος
  3. 03 και οι δύο, όλοι, κανένας από τους δύο, κανένας
  4. 04 συμπεριλαμβανομένου του...
共にする ともにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω μαζί, μοιράζομαι, συμμετέχω
共感 きょうかん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπάθεια, ενσυναίσθηση, ανταπόκριση, ταύτιση (με κάποιον)
共同 きょうどう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεργασία, συνεργός δράση, ένωση, εταιρική σχέση, κοινή δράση
  2. 02 κοινότητα, κοινή χρήση, κοινή ιδιοκτησία, διαμοιρασμός
共通点 きょうつうてん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινό σημείο, κοινό χαρακτηριστικό
共鳴 きょうめい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συντονισμός
  2. 02 συμπάθεια (με μια άποψη, ιδέα, κ.λπ.)
共存 きょうぞん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνύπαρξη
共和国 きょうわこく

ουσιαστικό

  1. 01 δημοκρατία, πολιτεία
共犯者 きょうはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνεργός, συνεργάτης
共闘 きょうとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινός αγώνας
  2. 02 κοινό μέτωπο
共犯 きょうはん

ουσιαστικό

  1. 01 συνενοχή
共々 ともども

επίρρημα

  1. 01 μαζί, εν συντροφία
共同生活 きょうどうせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 συμβίωση, κοινή ζωή
共謀 きょうぼう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνωμοσία, συμπαιγνία, συνενοχή
共同作業 きょうどうさぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδική εργασία
ども

επίθημα

  1. 01 πρώτο πληθυντικό πρόσωπο (ή ενικό)
  2. 02 δεύτερο ή τρίτο πληθυντικό πρόσωπο (υποδηλώνει ότι ο ομιλητής είναι ανώτερης θέσης από τα αναφερόμενα άτομα)
共用 きょうよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινή χρήση, δημόσια χρήση, διαμοιρασμός