28 αποτελέσματα για «凸»

凸凹 でこぼこ N2

ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα

  1. 01 ανομοιομορφία, τραχύτητα, ανωμαλία εδάφους, εξογκώματα
  2. 02 ανισότητα, έλλειψη ισορροπίας, ανομοιογένεια, διαφορά
とつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κυρτός
凸凹コンビ でこぼこコンビ

ουσιαστικό

  1. 01 παράταιρο ζευγάρι, αταίριαστο δίδυμο
凸レンズ とつレンズ

ουσιαστικό

  1. 01 κυρτός φακός
凸版印刷 とっぱんいんさつ

ουσιαστικό

  1. 01 τυπογραφία με ανάγλυφα στοιχεία, εκτύπωση με ανάγλυφες πλάκες
凸型 とつがた

ουσιαστικό

  1. 01 κυρτότητα
でこ

ουσιαστικό

  1. 01 μέτωπο
  2. 02 εξόγκωμα
凸形 とつけい

ουσιαστικό

  1. 01 κυρτός, εξέχων, εξογκωμένος
凸面鏡 とつめんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κυρτό κάτοπτρο
凸版 とっぱん

ουσιαστικό

  1. 01 τυπογραφία με ανάγλυφες πλάκες, υψιτυπία
凸る とつる

ρήμα

  1. 01 επιτίθεμαι, ορμώ, εφορμώ
  2. 02 κατακλύζω μια εταιρεία ή έναν οργανισμό με τηλεφωνικά παράπονα (συνήθως μετά από χαλαρή οργάνωση σε ανώνυμα διαδικτυακά φόρουμ)
  3. 03 στέλνω μήνυμα σε κάποιον, επικοινωνώ
凸面 とつめん

ουσιαστικό

  1. 01 κυρτή επιφάνεια, κυρτός
凸坊 でこぼう

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί με προεξέχον μέτωπο, σκανδαλιάρης
凸状 とつじょう

ουσιαστικό

  1. 01 προεξοχή
凸角 とっかく

ουσιαστικό

  1. 01 κυρτή γωνία
凸ピン でこピン

ουσιαστικό

  1. 01 τίναγμα του δαχτύλου στο μέτωπο
凸円 とつえん

ουσιαστικό

  1. 01 κυρτότητα
凸鏡 とっきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κυρτό κάτοπτρο
凸凹紙 とつおうし

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγλυφο χαρτί
凸集合 とつしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 κυρτό σύνολο