37 αποτελέσματα για «刀»

かたな N3

ουσιαστικό

  1. 01 σπαθί (ειδικά ιαπωνικό μονόκοπο), κατάνα
  2. 02 νυστέρι
  3. 03 σμίλη, κοπίδι χαρακτικής, χαράκτης
  4. 04 νομισματικό μαχαίρι (νόμισμα-εμπόρευμα σε σχήμα μαχαιριού που χρησιμοποιούνταν στην αρχαία Κίνα)
刀身 とうしん

ουσιαστικό

  1. 01 λάμα σπαθιού, λεπίδα μαχαιριού
刀剣 とうけん

ουσιαστικό

  1. 01 σπαθί, στιλέτο, μαχαίρι, ξιφολόγχη
刀傷 かたなきず

ουσιαστικό

  1. 01 τραύμα από σπαθί, κόψιμο από σπαθί
刀鍛冶 かたなかじ

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστής σπαθιών
刀を差す かたなをさす

άλλο, ρήμα

  1. 01 φοράω σπαθί
刀術 とうじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ξιφασκία, τέχνη της χρήσης σπαθιών (τοτζούτσου)
刀自 とじ

ουσιαστικό

  1. 01 κυρία, αρχόντισσα, νοικοκυρά
  2. 02 οικοδέσποινα, νοικοκυρά
刀を打つ かたなをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 σφυρηλατώ σπαθί, κατασκευάζω σπαθί
刀工 とうこう

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστής σπαθιών, σπαθοποιός
刀匠 とうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστής σπαθιών
刀を帯びる とうをおびる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φέρνω σπαθί
刀子 とうす

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό μαχαίρι, το οποίο είναι κυρίως διακοσμητικό ή χρησιμοποιείται για το άνοιγμα επιστολών και παρόμοιων αντικειμένων
刀痕 とうこん

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι από σπαθί
刀狩 かたながり

ουσιαστικό

  1. 01 καταναγκάρι, κατάσχεση σπαθιών
刀刃 とうじん

ουσιαστικό

  1. 01 λάμα σπαθιού
刀掛け かたなかけ

ουσιαστικό

  1. 01 βάση για σπαθιά
刀架 とうか

ουσιαστικό

  1. 01 βάση ξίφους
刀持ち かたなもち

ουσιαστικό

  1. 01 ξιφοφόρος
刀尖 とうせん

ουσιαστικό

  1. 01 μύτη σπαθιού