36 αποτελέσματα για «劇»

げき N3

ουσιαστικό

  1. 01 δράμα, θεατρικό έργο
  2. 02 ισχυρό ναρκωτικό
劇的 げきてき

επίθετο

  1. 01 δραματικός, συναρπαστικός, συγκινητικός
  2. 02 ακραίος
劇場 げきじょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 θέατρο
劇団 げきだん N1

ουσιαστικό

  1. 01 θεατρικός θίασος
劇薬 げきやく

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρό φάρμακο, δραστικό δηλητήριο
劇場版 げきじょうばん

ουσιαστικό

  1. 01 κινηματογραφική έκδοση (βασισμένη σε τηλεοπτική σειρά, άνιμε κ.λπ.), η ταινία
劇中 げきちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κατά τη διάρκεια του θεατρικού έργου
劇作家 げきさっか

ουσιαστικό

  1. 01 θεατρικός συγγραφέας, δραματουργός
劇物 げきぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 επιβλαβής ουσία, τοξική ουσία
劇を演じる げきをえんじる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίζω έργο
劇画 げきが

ουσιαστικό

  1. 01 γκεκίγκα, μάνγκα με ρεαλιστικό, δραματικό καλλιτεχνικό ύφος και θέματα για ενήλικες
  2. 02 καμισιμπάι, αφήγηση ιστοριών με εικόνες
劇毒 げきどく

ουσιαστικό

  1. 01 θανατηφόρο δηλητήριο
劇評 げきひょう

ουσιαστικό

  1. 01 θεατρική κριτική
劇画調 げきがちょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 στυλ γκεκίγκα, στυλ μάνγκα που χαρακτηρίζεται από έντονες γραμμές και δραματική σύνθεση
劇詩 げきし

ουσιαστικό

  1. 01 δραματικό ποίημα, δραματική ποίηση, δραματικός στίχος
劇症 げきしょう

ουσιαστικό

  1. 01 οξύς και σοβαρός, υπεροξύς, κεραυνοβόλος
劇症肝炎 げきしょうかんえん

ουσιαστικό

  1. 01 κεραυνοβόλος ηπατίτιδα
劇壇 げきだん

ουσιαστικό

  1. 01 θεατρική σκηνή, θεατρικός κόσμος
劇界 げきかい

ουσιαστικό

  1. 01 θεατρικός κόσμος, θεατρικό στερέωμα
劇作 げきさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγγραφή θεατρικών έργων