25 αποτελέσματα για «効»

効果 こうか N3

ουσιαστικό

  1. 01 αποτέλεσμα, αποτελεσματικότητα, επίδραση, δραστικότητα
  2. 02 εφέ (π.χ. ηχητικά, οπτικά, ειδικά)
効く きく N3

ρήμα

  1. 01 είμαι αποτελεσματικός, πιάνω τόπο, κάνω καλό (σε)
  2. 02 λειτουργώ, δουλεύω καλά
  3. 03 μπορώ
  4. 04 δοκιμάζω (αλκοόλ)
効率 こうりつ N1

ουσιαστικό

  1. 01 αποδοτικότητα
効果的 こうかてき

επίθετο

  1. 01 αποτελεσματικός, επιτυχημένος
効率的 こうりつてき

επίθετο

  1. 01 αποδοτικός
効力 こうりょく N2

ουσιαστικό

  1. 01 αποτέλεσμα, δραστικότητα, εγκυρότητα, ισχύς
効能 こうのう

ουσιαστικό

  1. 01 αποτέλεσμα, αποτελεσματικότητα, δραστικότητα, ευεργετική ιδιότητα, όφελος
効き目 ききめ N1

ουσιαστικό

  1. 01 αποτέλεσμα, επίδραση, δραστικότητα, εντύπωση
  2. 02 επικρατές μάτι
効果音 こうかおん

ουσιαστικό

  1. 01 ηχητικό εφέ
効率化 こうりつか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθιστώ αποδοτικό, βελτιστοποίηση
効用 こうよう

ουσιαστικό

  1. 01 χρήση, ωφέλεια, αποτέλεσμα, όφελος
こう

ουσιαστικό

  1. 01 αποτελεσματικότητα, όφελος, αποδοτικότητα, αποτέλεσμα, έκβαση, επιτυχία
効果抜群 こうかばつぐん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 εξαιρετικά αποτελεσματικός, συντριπτική αποτελεσματικότητα
効果覿面 こうかてきめん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 που έχει άμεση επίδραση, που δρα ακαριαία
効果が上がる こうかがあがる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποδίδω καρπούς, φέρνω αποτέλεσμα
効率性 こうりつせい

ουσιαστικό

  1. 01 αποδοτικότητα
効験 こうけん

ουσιαστικό

  1. 01 αποτελεσματικότητα, επίδραση
効がある こうがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι ωφέλιμος για, είμαι αποτελεσματικός
効能書き こうのうがき

ουσιαστικό

  1. 01 φύλλο οδηγιών χρήσης φαρμάκου που αναγράφει τις θεραπευτικές του ιδιότητες
効率向上 こうりつこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 βελτίωση της αποδοτικότητας