66 αποτελέσματα για «勤»

勤める つとめる N5

ρήμα

  1. 01 εργάζομαι, δουλεύω, απασχολούμαι, υπηρετώ
  2. 02 υπηρετώ (ως), ενεργώ (ως), κατέχω (τη θέση), παίζω (το ρόλο)
  3. 03 τελώ λειτουργία, διευθύνω θρησκευτική τελετή
勤務 きんむ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπηρεσία, καθήκον, εργασία
勤め つとめ N3

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία, καθήκον, εργασία, ευθύνη, έργο
  2. 02 βουδιστικές θρησκευτικές τελετές, βουδιστική λειτουργία
勤しむ いそしむ

ρήμα

  1. 01 εργάζομαι σκληρά, αφοσιώνομαι σε, επιμελούμαι
勤勉 きんべん N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 επιμελής, εργατικός, εργατικός (για κάποιον που εργάζεται με ζήλο)
勤め先 つとめさき N1

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος εργασίας
勤務時間 きんむじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρες εργασίας, ώρες λειτουργίας, ωράριο εργασίας
勤務中 きんむちゅう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 σε ώρα εργασίας, εν ώρα υπηρεσίας
勤労 きんろう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εργασία, μόχθος, κοπιαστική προσπάθεια, επιμελής υπηρεσία
勤務先 きんむさき

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος εργασίας, εργοδότης
勤め人 つとめにん

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος γραφείου, μισθωτός εργαζόμενος, εργαζόμενος με λευκό κολάρο
勤王 きんのう

ουσιαστικό

  1. 01 κινό, αφοσίωση στον Αυτοκράτορα (ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του κινήματος της ύστερης περιόδου Έντο για την ανατροπή του σογκουνάτου)
勤め上げる つとめあげる

ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνω τη μαθητεία μου, υπηρετώ μέχρι τέλους τη θητεία μου
勤続 きんぞく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεχής υπηρεσία
勤番 きんばん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτελώ υπηρεσία εκ περιτροπής
  2. 02 υπηρετώ στην έδρα ενός νταϊμιό στο Έντο ή στην Οσάκα
勤行 ごんぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θρησκευτική τελετή
勤務地 きんむち

ουσιαστικό

  1. 01 έδρα εργασίας, τόπος εργασίας, χώρος απασχόλησης
勤労意欲 きんろういよく

ουσιαστικό

  1. 01 εργασιακή διάθεση
勤労者 きんろうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος
勤務医 きんむい

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρός που εργάζεται σε νοσοκομείο, γιατρός που ασκεί δημόσιο λειτούργημα