47 αποτελέσματα για «含»

含む ふくむ N3

ρήμα

  1. 01 περιέχω, περιλαμβάνω, έχω, κρατώ, συμπεριλαμβάνω
  2. 02 κρατώ στο στόμα μου
  3. 03 έχω κατά νου, κατανοώ, τρέφω (μίσος κ.λπ.)
  4. 04 εκφράζω (συναίσθημα κ.λπ.), υπονοώ
含める ふくめる N3

ρήμα

  1. 01 περιλαμβάνω (σε μια ομάδα ή πεδίο εφαρμογής)
  2. 02 διδάσκω, κάνω να καταλάβω
  3. 03 υπονοώ, εννοώ
  4. 04 βάζω στο στόμα (κάποιου)
  5. 05 διαποτίζω με γεύση, νοστιμίζω
含み ふくみ

ουσιαστικό

  1. 01 υπονοούμενο, κρυφό νόημα, περιθώριο, ατμόσφαιρα, τόνος, αίσθημα, συμπερίληψη
含み笑い ふくみわらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκρατημένο γέλιο, χαμόγελο, σιγανό γέλιο, υπόκωφο γέλιο
含蓄 がんちく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπονοούμενο, σημασία, συνυποδήλωση, βάθος νοήματος, περιπλοκές ενός προβλήματος
含みを持たせる ふくみをもたせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αφήνω υπονοούμενα
含有 がんゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιέχω (συστατικό, ορυκτό, κ.λπ.)
含有量 がんゆうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 περιεκτικότητα (μετάλλου, κ.λπ.)
含むところがある ふくむところがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 τρέφω κακία, διατηρώ μνησικακία
含羞 がんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ντροπαλότητα
含蓄のある がんちくのある

άλλο

  1. 01 σημαντικός, γεμάτος νόημα, υπονοητικός
含意 がんい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπονοούμενο, συνυποδήλωση
  2. 02 συνεπαγωγή (υλική)
含有率 がんゆうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστιαία περιεκτικότητα
含み声 ふくみごえ

ουσιαστικό

  1. 01 πνιχτή φωνή
含量 がんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 περιεκτικότητα
含嗽 がんそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γκαργκάρες, ξέβγαλμα του στόματος
含水 がんすい

ουσιαστικό

  1. 01 ενυδατωμένος, υδατούχος
含水炭素 がんすいたんそ

ουσιαστικό

  1. 01 υδατάνθρακας
含味 がんみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γεύομαι, αναλογίζομαι προσεκτικά
含み綿 ふくみわた

ουσιαστικό

  1. 01 βαμβάκι (ιδιαίτερα αυτό που χρησιμοποιείται στην οδοντιατρική)