33 αποτελέσματα για «唯»

唯一 ゆいいつ N3

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μοναδικός, αποκλειστικός, μόνος
唯一無二 ゆいいつむに

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μοναδικός, ανεπανάληπτος
唯物論 ゆいぶつろん

ουσιαστικό

  1. 01 υλισμός
唯々諾々 いいだくだく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 υπάκουος, υποτακτικός, ήμερος, δουλικός
唯我独尊 ゆいがどくそん

ουσιαστικό

  1. 01 σε ολόκληρο τον ουρανό και τη γη, μόνο εγώ είμαι ο τιμώμενος
  2. 02 οίηση, εγωκεντρισμός, ματαιοδοξία
唯々 いい

άλλο, επίρρημα

  1. 01 υπάκουος, υποτακτικός, ήμερος, δουλικός
唯物史観 ゆいぶつしかん

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικός υλισμός
唯物 ゆいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 υλισμός
唯心論 ゆいしんろん

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματισμός, ιδεαλισμός, νοητισμός
唯物弁証法 ゆいぶつべんしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 διαλεκτικός υλισμός
唯物主義 ゆいぶつしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 υλισμός
唯物的 ゆいぶつてき

επίθετο

  1. 01 υλιστικός
唯々 ただただ

επίρρημα

  1. 01 απολύτως, τελείως, εντελώς, πραγματικά, απλώς, μόνο
唯心 ゆいしん

ουσιαστικό

  1. 01 δόγμα σύμφωνα με το οποίο όλα τα φαινόμενα παράγονται από τη συνείδηση (κεντρική διδασκαλία του σούτρα Αβαταμσάκα)
  2. 02 πνευματισμός
唯識 ゆいしき

ουσιαστικό

  1. 01 γιουισίκι (η θεωρία ότι όλη η ύπαρξη είναι υποκειμενική και τίποτα δεν υπάρχει έξω από τον νου)
唯美主義 ゆいびしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αισθητισμός
唯々諾々として いいだくだくとして

άλλο

  1. 01 υπάκουα, υποτακτικά, πρόθυμα, δουλικά, χωρίς διαμαρτυρία
唯さえ たださえ

επίρρημα

  1. 01 ακόμα και υπό κανονικές συνθήκες, ήδη, επιπλέον, έτσι όπως είναι
唯名論 ゆいめいろん

ουσιαστικό

  1. 01 ονομιναλισμός
唯でさえ ただでさえ

επίρρημα

  1. 01 από μόνος του, ήδη, κιόλας, υπό κανονικές συνθήκες, επιπλέον, όπως έχει ήδη η κατάσταση