28 αποτελέσματα για «園»

その

ουσιαστικό

  1. 01 κήπος, οπωρώνας, πάρκο
  2. 02 τόπος, κόσμος, περιβάλλον
えん

ουσιαστικό

  1. 01 κήπος, οπωρώνας, πάρκο, φυτεία
  2. 02 νηπιαγωγείο, παιδικός σταθμός, προσχολικό κέντρο
園内 えんない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός του νηπιαγωγείου
  2. 02 εντός του ζωολογικού κήπου
  3. 03 εντός του κήπου, εντός του πάρκου
園芸 えんげい N2

ουσιαστικό

  1. 01 κηπουρική, καλλιέργεια κήπων
園児 えんじ

ουσιαστικό

  1. 01 νήπιο, παιδί νηπιαγωγείου, παιδί προσχολικής ηλικίας
園長 えんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής κήπου, διευθυντής νηπιαγωγείου, διευθυντής βρεφονηπιακού σταθμού, διευθυντής πάρκου, διευθυντής ζωολογικού κήπου, επικεφαλής φυτείας
園遊会 えんゆうかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμική συγκέντρωση σε κήπο
園庭 えんてい

ουσιαστικό

  1. 01 κήπος
  2. 02 προαύλιο νηπιαγωγείου, παιδική χαρά
園丁 えんてい

ουσιαστικό

  1. 01 κηπουρός
園生 えんせい

ουσιαστικό

  1. 01 κήπος (ειδικότερα με δέντρα), πάρκο
園芸家 えんげいか

ουσιαστικό

  1. 01 κηπουρός
園舎 えんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κτίριο νηπιαγωγείου, προσχολικής δομής κ.λπ.
園池 えんち

ουσιαστικό

  1. 01 κήπος με λίμνη
園路 えんろ

ουσιαστικό

  1. 01 μονοπάτι κήπου, διαδρομή μέσα σε πάρκο
園地 えんち

ουσιαστικό

  1. 01 πάρκο, κήπος
園芸品種 えんげいひんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ποικιλία, καλλιεργούμενη ποικιλία φυτού
園芸用具 えんげいようぐ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλεία κηπουρικής
園芸植物 えんげいしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτό κηπουρικής
園芸学 えんげいがく

ουσιαστικό

  1. 01 κηπουρική επιστήμη, κηπουρική
園芸農業 えんげいのうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κηπευτική καλλιέργεια