34 αποτελέσματα για «城»

しろ N3

ουσιαστικό

  1. 01 κάστρο
じょう

επίθημα, ουσιαστικό

  1. 01 κάστρο (σε τοπωνύμια)
  2. 02 κάστρο, φρούριο
城壁 じょうへき

ουσιαστικό

  1. 01 τείχος κάστρου, τείχη πόλης, αμυντικό τείχος, προμαχώνας
城内 じょうない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός κάστρου
  2. 02 περιοχή που περιβάλλεται από τείχη κάστρου
城門 じょうもん

ουσιαστικό

  1. 01 πύλη κάστρου
城下 じょうか N1

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή κοντά σε κάστρο
  2. 02 καστρούπολη
城下町 じょうかまち

ουσιαστικό

  1. 01 τζοκαμάτσι, πόλη που αναπτύχθηκε γύρω από το κάστρο ενός φεουδάρχη στην Ιαπωνία
城塞 じょうさい

ουσιαστικό

  1. 01 φρούριο, οχυρό, ακρόπολη
城主 じょうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 άρχοντας κάστρου
城外 じょうがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξω από το κάστρο
城郭 じょうかく

ουσιαστικό

  1. 01 κάστρο, ακρόπολη, φρούριο
  2. 02 τείχη κάστρου, περίβολος
城市 じょうし

ουσιαστικό

  1. 01 καστροπολιτεία, οχυρωμένη πόλη
城館 じょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 οχυρωμένο αρχοντικό
城代 じょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 τζοντάι (φύλακας κάστρου), διοικητής κάστρου
城兵 じょうへい

ουσιαστικό

  1. 01 φρουρά κάστρου
城跡 しろあと

ουσιαστικό

  1. 01 θέση κάστρου, ερείπια κάστρου
城将 じょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητής κάστρου
城郭都市 じょうかくとし

ουσιαστικό

  1. 01 οχυρωμένη πόλη, περιτειχισμένη πόλη
城楼 じょうろう

ουσιαστικό

  1. 01 πύργος παρατήρησης κάστρου
城塁 じょうるい

ουσιαστικό

  1. 01 φρούριο, κάστρο, οχυρό