39 αποτελέσματα για «堅»

堅苦しい かたくるしい

επίθετο

  1. 01 τυπικός, δύσκαμπτος, αυστηρός, τελετουργικός
堅実 けんじつ

επίθετο

  1. 01 σταθερός, γερός, ασφαλής (π.χ. επιχείρηση), αξιόπιστος, έμπιστος, στιβαρός
堅牢 けんろう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 συμπαγής, ισχυρός, γερός, ανθεκτικός, εύρωστος
堅物 かたぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρός άνθρωπος, πεισματάρης άνθρωπος
堅固 けんご

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 στερεός, ισχυρός, σταθερός
堅気 かたぎ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 έντιμος, αξιοπρεπής, αξιοσέβαστος
  2. 02 αξιοπρεπής επαγγελματική απασχόληση (δηλαδή όχι γιακούζα, ιερόδουλη κ.λπ.)
  3. 03 άτομο που ασκεί αξιοπρεπές επάγγελμα
けん

ουσιαστικό

  1. 01 δύναμη, σταθερότητα, στερεότητα
  2. 02 θώρακας, πανοπλία
堅持 けんじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμμένω σε (άποψη, πολιτική κ.λπ.), προσκολλώμαι σε, τηρώ σταθερά
堅っ苦しい かたっくるしい

επίθετο

  1. 01 τυπικός, δύσκαμπτος, αυστηρός, τελετουργικός
堅守 けんしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ισχυρή άμυνα, δυνατή οχύρωση
堅城 けんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρό φρούριο
堅調 けんちょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανοδικός, σταθερός (για την αγορά)
  2. 02 ισχυρός (για πωλήσεις, οικονομία, κ.λπ.), σταθερός, υγιής
堅パン かたパン

ουσιαστικό

  1. 01 σκληρό μπισκότο, παξιμάδι (τύπου hardtack)
堅陣 けんじん

ουσιαστικό

  1. 01 απόρθητο οχυρό
堅忍 けんにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιμονή
堅人 かたじん

ουσιαστικό

  1. 01 σοβαρός άνθρωπος, έμπιστο άτομο
堅剛 けんごう

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερός και ανυποχώρητος, άκαμπτος
堅塁 けんるい

ουσιαστικό

  1. 01 οχυρό, οχυρωμένη θέση
堅太り かたぶとり

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σωματώδης άνθρωπος
堅木 かたぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σκληρό ξύλο