107 αποτελέσματα για «夏»

なつ N5

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 καλοκαίρι
夏休み なつやすみ N5

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινές διακοπές
夏祭り なつまつり

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινό πανηγύρι, καλοκαιρινό ματσούρι
夏場 なつば

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινή περίοδος, εποχή του καλοκαιριού
夏服 なつふく

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινά ρούχα, καλοκαιρινή ενδυμασία, καλοκαιρινή στολή
夏期 かき

ουσιαστικό

  1. 01 θερινή περίοδος (π.χ. σχολικό έτος), καλοκαιρινή περίοδος
夏バテ なつばて

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νατσουμπάτε, εξάντληση από τη ζέστη του καλοκαιριού
夏季 かき

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινή περίοδος, καλοκαίρι
夏空 なつぞら

ουσιαστικό

  1. 01 θερινός ουρανός, καλοκαιρινός καιρός, καθαρός και καυτός καλοκαιρινός καιρός
夏草 なつくさ

ουσιαστικό

  1. 01 θερινό χορτάρι
夏風邪 なつかぜ

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινή ίωση, καλοκαιρινή γρίπη
夏至 げし

ουσιαστικό

  1. 01 θερινό ηλιοστάσιο
夏物 なつもの

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινά ρούχα, καλοκαιρινή ένδυση
  2. 02 καλοκαιρινά είδη
夏野菜 なつやさい

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινά λαχανικά

ουσιαστικό

  1. 01 Δυναστεία Σια (της Κίνας· περίπου 2070-1600 π.Χ.· πιθανώς μυθολογική), δυναστεία Σια
夏の盛り なつのさかり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κορύφωση του καλοκαιριού, η πιο ζεστή περίοδος του καλοκαιριού
夏季休暇 かききゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 καλοκαιρινές διακοπές
夏至祭 げしまつり

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή του μεσοκαλόκαιρου, εορτασμός του θερινού ηλιοστασίου, ημέρα του Αγίου Ιωάννη
夏期休暇 かききゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 θερινές διακοπές, καλοκαιρινές διακοπές
夏の大三角 なつのだいさんかく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 Θερινό Τρίγωνο (αστερισμός)