32 αποτελέσματα για «嫁»

よめ N3

ουσιαστικό

  1. 01 νύφη
  2. 02 νύφη (η σύζυγος του γιου)
  3. 03 σύζυγος, γυναίκα
嫁ぐ とつぐ

ρήμα

  1. 01 παντρεύομαι (για γυναίκα), γίνομαι νύφη, εισέρχομαι με τον γάμο σε οικογένεια
  2. 02 συνουσιάζομαι
嫁に行く よめにいく

άλλο, ρήμα

  1. 01 παντρεύομαι (για γυναίκα), γίνομαι νύφη, εισέρχομαι με τον γάμο σε οικογένεια
嫁さん よめさん

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος
嫁入り よめいり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γάμος, νυμφική εγκατάσταση (γιομέιρι)
嫁ぎ先 とつぎさき

ουσιαστικό

  1. 01 η οικογένεια στην οποία εισέρχεται μια γυναίκα μετά τον γάμο της
嫁入る よめいる

ρήμα

  1. 01 παντρεύομαι, νυμφεύομαι άντρα
嫁入り道具 よめいりどうぐ

ουσιαστικό

  1. 01 προίκα, εξοπλισμός γάμου
嫁する かする

ρήμα

  1. 01 παντρεύομαι, νυμφεύομαι
  2. 02 μεταθέτω την ευθύνη σε κάποιον άλλον
嫁姑 よめしゅうとめ

ουσιαστικό

  1. 01 νύφη και πεθερά (σχέση, σύγκρουση κ.λπ.)
嫁取り よめとり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύναψη γάμου, νυμφεία
嫁いびり よめいびり

ουσιαστικό

  1. 01 κακομεταχείριση νύφης (από την πεθερά ή την οικογένεια του συζύγου)
嫁御 よめご

ουσιαστικό

  1. 01 νύφη
  2. 02 νύφη (η σύζυγος του γιου)
嫁選び よめえらび

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 επιλογή συζύγου
嫁入り支度 よめいりじたく

ουσιαστικό

  1. 01 προετοιμασίες γάμου
嫁姑戦争 よめしゅうとせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 σύγκρουση μεταξύ νύφης και πεθεράς, πόλεμος νύφης και πεθεράς
嫁す かす

ρήμα

  1. 01 παντρεύομαι, νυμφεύομαι
  2. 02 μεταθέτω την ευθύνη σε άλλον
嫁菜 よめな

ουσιαστικό

  1. 01 γιομένα, είδος ασιατικής αστερίας
嫁に行き遅れる よめにいきおくれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καθυστερώ να παντρευτώ
嫁はん よめはん

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος