114 αποτελέσματα για «完»

完全 かんぜん N3

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 τέλειος, πλήρης
完成 かんせい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση, τελειοποίηση, επίτευξη
完璧 かんぺき

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 τέλειος, ολοκληρωμένος, άψογος
完了 かんりょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση, περάτωση
  2. 02 παρακείμενος
完了 ワンラ

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος, ολοκλήρωση
完治 かんち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρης ανάρρωση
完結 かんけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση, πέρας
かん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τέλος, κατάληξη
  2. 02 ολοκλήρωση, συμπλήρωση, τέλος
  3. 03 πλήρης παροχή, πλήρης διάθεση
完敗 かんぱい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκληρωτική ήττα, συντριβή, εκμηδένιση
完遂 かんすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιτυχής εκτέλεση, ολοκλήρωση, αποπεράτωση, πλήρης πραγματοποίηση, εις πέρας φέρω
完成度 かんせいど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός τελειότητας, επίπεδο ολοκλήρωσης, βαθμός ολοκλήρωσης
完膚なきまで かんぷなきまで

άλλο

  1. 01 ολοκληρωτικά, πλήρως, αποφασιστικά, αμείλικτα, μέχρι αναγνωρίσεως, μέχρι να μην απομείνει ανέπαφο (αχτύπητο) σημείο
完食 かんしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατανάλωση όλου του φαγητού (στο πιάτο, κ.λπ.)
完備 かんび

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 πλήρως εξοπλισμένος, πλήρως επιπλωμένος
  2. 02 πλήρης
完全無欠 かんぜんむけつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αψεγάδιαστος, απόλυτη τελειότητα
完全武装 かんぜんぶそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρως εξοπλισμένος, αρματωμένος ως τα δόντια
完成品 かんせいひん

ουσιαστικό

  1. 01 τελικό προϊόν, έτοιμο εμπόρευμα, ολοκληρωμένο αντικείμενο
完売 かんばい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάντληση αποθέματος, εξαντλημένος
完成形 かんせいけい

ουσιαστικό

  1. 01 τελική μορφή
完封 かんぷう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρης αποκλεισμός, απόλυτη παύση λειτουργίας, ολοκληρωτική διακοπή
  2. 02 αποκλεισμός (στον αθλητισμό)