66 αποτελέσματα για «客»

きゃく N4

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 καλεσμένος, επισκέπτης
  2. 02 πελάτης, αγοραστής, θεατής, κοινό, τουρίστας, επιβάτης
  3. 03 μετρητής για δοχεία που χρησιμοποιούνται για την υποδοχή καλεσμένων
客観的 きゃっかんてき

επίθετο

  1. 01 αντικειμενικός
客人 きゃくじん

ουσιαστικό

  1. 01 επισκέπτης, καλεσμένος, φιλοξενούμενος, παρέα
客間 きゃくま N2

ουσιαστικό

  1. 01 σαλόνι υποδοχής, καθιστικό επισκεπτών, δωμάτιο φιλοξενίας
客室 きゃくしつ

ουσιαστικό

  1. 01 δωμάτιο ξενοδοχείου, καμπίνα πλοίου, καμπίνα επιβατών αεροπλάνου
  2. 02 σαλόνι υποδοχής
客席 きゃくせき N2

ουσιαστικό

  1. 01 θέσεις κοινού (π.χ. θέατρο, στάδιο), κάθισμα επιβάτη (π.χ. ταξί)
  2. 02 κοινό
客足 きゃくあし

ουσιαστικό

  1. 01 ροή πελατών, κίνηση πελατών, προσέλευση πελατών
客層 きゃくそう

ουσιαστικό

  1. 01 πελατολόγιο, κοινωνική στρωμάτωση πελατών
客引き きゃくひき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσελκύω πελάτες, δελεάζω πελάτες
  2. 02 ντελάλης, κράχτης, προαγωγός
客車 きゃくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επιβατικό βαγόνι
客船 きゃくせん

ουσιαστικό

  1. 01 επιβατηγό πλοίο
客観 きゃっかん N1

ουσιαστικό

  1. 01 αντικειμενικότητα, αντικειμενικός, αντικείμενο (φιλοσοφικός όρος)
客商売 きゃくしょうばい

ουσιαστικό

  1. 01 επιχείρηση παροχής υπηρεσιών (ξενοδοχεία, εστιατόρια, κ.λπ.), κλάδος παροχής υπηρεσιών, ξενοδοχειακός και επισιτιστικός τομέας
客用 きゃくよう

ουσιαστικό

  1. 01 για χρήση από πελάτες ή φιλοξενούμενους
客観視 きゃっかんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντικειμενική θεώρηση, αντικειμενική εξέταση
客寄せ きゃくよせ

ουσιαστικό

  1. 01 προσέλκυση πελατών
客観性 きゃっかんせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντικειμενικότητα
客分 きゃくぶん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιμετώπιση ως φιλοξενούμενος, φιλοξενούμενος
客室乗務員 きゃくしつじょうむいん

ουσιαστικό

  1. 01 αεροσυνοδός
客殿 きゃくでん

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα υποδοχής (σε ναό ή παλάτι)