31 αποτελέσματα για «容»
容赦 ようしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγχώρεση, ανοχή, παράβλεψη
- 02 επιείκεια, έλεος, το να είσαι επιεικής (προς κάποιον)
容易 ようい N3
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εύκολος, απλός, σαφής
容姿 ようし
ουσιαστικό
- 01 εμφάνιση, παρουσιαστικό
容疑者 ようぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 ύποπτος
容疑 ようぎ
ουσιαστικό
- 01 υποψία, κατηγορία
容易い たやすい
επίθετο
- 01 εύκολος, απλός, ελαφρύς
容器 ようき N3
ουσιαστικό
- 01 δοχείο, περιέκτης, σκεύος, συσκευασία
容貌 ようぼう
ουσιαστικό
- 01 εμφάνιση, χαρακτηριστικά προσώπου, παρουσιαστικό
容態 ようだい
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση, κλινική εικόνα (υγείας)
容量 ようりょう
ουσιαστικό
- 01 χωρητικότητα, όγκος
- 02 ηλεκτρική χωρητικότητα
容認 ようにん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έγκριση, αποδοχή, ανοχή
容姿端麗 ようしたんれい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ελκυστικό πρόσωπο και σώμα
容積 ようせき N2
ουσιαστικό
- 01 χωρητικότητα, όγκος
容易にする よういにする
άλλο, ρήμα
- 01 διευκολύνω, απλουστεύω
容赦なく ようしゃなく
επίρρημα
- 01 ανελέητα, αμείλικτα, χωρίς έλεος
容色 ようしょく
ουσιαστικό
- 01 εμφάνιση, χαρακτηριστικά προσώπου, ομορφιά
容喙 ようかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρέμβαση, ανάμειξη
容儀 ようぎ
ουσιαστικό
- 01 συμπεριφορά, τρόποι, εμφάνιση
容貌魁偉 ようぼうかいい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 επιβλητικός και ρωμαλέος (για άνδρα)
容顔 ようがん
ουσιαστικό
- 01 χαρακτηριστικά προσώπου, εμφάνιση