57 αποτελέσματα για «局»
局 きょく N3
ουσιαστικό, άλλο
- 01 γραφείο, τμήμα, υπηρεσία, διεύθυνση
- 02 γραφείο (π.χ. ταχυδρομείου, τηλεφώνου), ραδιοφωνικός ή τηλεοπτικός σταθμός, κανάλι, κέντρο, τηλεφωνικό κέντρο
- 03 υπόθεση, κατάσταση, περίσταση
- 04 παρτίδα (π.χ. στο γκο, στο σόγκι)
局面 きょくめん
ουσιαστικό
- 01 θέση σε παιχνίδι, κατάσταση του παιχνιδιού
- 02 κατάσταση, στάδιο, φάση, όψη
局長 きょくちょう
ουσιαστικό
- 01 διευθυντής γραφείου, προϊστάμενος γραφείου
局部 きょくぶ
ουσιαστικό
- 01 μέρος, τμήμα
- 02 προσβεβλημένο σημείο (του σώματος)
- 03 γεννητικά όργανα
局員 きょくいん
ουσιαστικό
- 01 υπάλληλος, προσωπικό (γραφείου, ταχυδρομείου)
局地的 きょくちてき
επίθετο
- 01 τοπικός (για βροχή, διανομή, ξέσπασμα, κ.λπ.), εντοπισμένος, περιφερειακός, μεμονωμένος
局 つぼね
ουσιαστικό
- 01 αυλική κυρία (περιόδου Χεϊάν), κυρία επί των τιμών
- 02 ξεχωριστό δωμάτιο σε ανάκτορο (ειδικά για γυναίκα, περιόδου Χεϊάν)
- 03 δωμάτιο για ιερόδουλη πολύ χαμηλής τάξης
- 04 ιερόδουλη πολύ χαμηλής τάξης
局所的 きょくしょてき
επίθετο
- 01 τοπικός, εντοπισμένος, μερικός, τοπικής χρήσης
局地 きょくち
ουσιαστικό
- 01 τοπικότητα, τοπική περιοχή, περιορισμένη έκταση
局所 きょくしょ
ουσιαστικό
- 01 μέρος, τμήμα
- 02 μέρος του σώματος, προσβεβλημένο σημείο (του σώματος)
- 03 τοπικός (π.χ. αναισθησία)
- 04 γεννητικά όργανα
局部的 きょくぶてき
επίθετο
- 01 τοπικός (πόνος, βροχόπτωση, κ.λπ.), εντοπισμένος
局限 きょくげん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιορίζω, εντοπίζω
局外者 きょくがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εξωσχολικός, τρίτος, κάποιος που βρίσκεται εκτός μιας κατάστασης ή ομάδας
局外 きょくがい
ουσιαστικό
- 01 εκτός
局所麻酔 きょくしょますい
ουσιαστικό
- 01 τοπική αναισθησία
局舎 きょくしゃ
ουσιαστικό
- 01 κτίριο υπηρεσίας, οίκημα γραφείου
局在 きょくざい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εντοπισμός, ύπαρξη μόνο σε μια συγκεκριμένη περιοχή
局番 きょくばん
ουσιαστικό
- 01 αριθμός τηλεφωνικού κέντρου
局外中立 きょくがいちゅうりつ
ουσιαστικό
- 01 ουδετερότητα
局留め きょくどめ
ουσιαστικό
- 01 παραλαβή από το ταχυδρομείο, κράτηση αλληλογραφίας