61 αποτελέσματα για «帝»

帝国 ていこく

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορία
  2. 02 Ιαπωνική Αυτοκρατορία
みかど

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκράτορας (της Ιαπωνίας), μικάδο
  2. 02 πύλες (αυτοκρατορικής κατοικίας)
帝都 ていと

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική πρωτεύουσα
帝王 ていおう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκράτορας, μονάρχης, ηγεμόνας
帝位 ていい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικός θρόνος, το Στέμμα
帝国兵 ていこくへい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικός στρατιώτης
帝大 ていだい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο
帝王学 ていおうがく

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαίδευση για την άσκηση διακυβέρνησης ως μονάρχης, τέχνη της βασιλείας
帝室 ていしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική οικογένεια, αυτοκρατορικός οίκος
帝政 ていせい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική διακυβέρνηση, ιμπεριαλισμός, μοναρχική διακυβέρνηση
帝国軍人 ていこくぐんじん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικός στρατιώτης, στρατιώτης σε αυτοκρατορικό στρατό
帝国主義 ていこくしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ιμπεριαλισμός
帝王切開 ていおうせっかい

ουσιαστικό

  1. 01 καισαρική τομή
帝国大学 ていこくだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο, πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε από την Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας μεταξύ 1886 και 1939
  2. 02 Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο (ονομασία του Πανεπιστημίου του Τόκιο μεταξύ 1886 και 1897)
帝国議会 ていこくぎかい

ουσιαστικό

  1. 01 Αυτοκρατορική Δίαιτα, νομοθετική συνέλευση της Ιαπωνίας (1889-1947)
  2. 02 Αυτοκρατορική Δίαιτα, νομοθετική συνέλευση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
帝釈天 たいしゃくてん

ουσιαστικό

  1. 01 Τάισακουτεν, Σάκρα, Ίντρα, Σάκρα Ντεβανάν Ίντρα, ο βασιλιάς του ουρανού στην ινδουιστική μυθολογία
帝劇 ていげき

ουσιαστικό

  1. 01 Αυτοκρατορικό Θέατρο (Τόκιο)
帝国臣民 ていこくしんみん

ουσιαστικό

  1. 01 υπήκοος αυτοκρατορίας
帝釈 たいしゃく

ουσιαστικό

  1. 01 Σάκρα, Ίντρα, ο βασιλιάς των ουρανών στην ινδουιστική μυθολογία
帝冠 ていかん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό στέμμα, διάδημα