22 αποτελέσματα για «幅»
幅 はば N3
ουσιαστικό
- 01 πλάτος, εύρος
- 02 ελευθερία (π.χ. σκέψης), περιθώριο
- 03 διαφορά, χάσμα (π.χ. στην τιμή), εύρος (π.χ. φωνής)
幅広い はばひろい
επίθετο
- 01 εκτεταμένος, πλατύς, ευρύς
幅広 はばびろ
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 πλατύς, φαρδύς (π.χ. ζώνη, παπούτσια, κορδέλα)
幅の広い はばのひろい
άλλο, επίθετο
- 01 πλατύς, ευρύς
幅を利かせる はばをきかせる
άλλο, ρήμα
- 01 επιβάλλω την παρουσία μου, ασκώ την επιρροή μου, επιδεικνύω την εξουσία μου
幅の狭い はばのせまい
άλλο, επίθετο
- 01 στενός
幅跳び はばとび
ουσιαστικό
- 01 άλμα εις μήκος
幅が出る はばがでる
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι πλατύτερος
幅 ふく
ουσιαστικό, επίθημα, άλλο
- 01 κύλινδρος, ειλητάριο
- 02 επιμετρητική λέξη για κυλίνδρους
幅を取る はばをとる
άλλο, ρήμα
- 01 καταλαμβάνω πολύ χώρο
- 02 επιβάλλω το κύρος μου, ασκώ την εξουσία μου
幅寄せ はばよせ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτόπιση οχήματος από το οδόστρωμα
幅員 ふくいん
ουσιαστικό
- 01 πλάτος (δρόμου, γέφυρας κ.λπ.)
幅が利く はばがきく
άλλο, ρήμα
- 01 ασκώ μεγάλη επιρροή σε
幅 の
ουσιαστικό, άλλο
- 01 μονάδα μέτρησης για το φάρδος του υφάσματος (30-38 εκατοστά)
幅木 はばき
ουσιαστικό
- 01 σοβατεπί
幅ったい はばったい
επίθετο
- 01 πλατύς
- 02 αυθάδης, θρασύς
幅利き はばきき
ουσιαστικό
- 01 επιρροικός, άνθρωπος με επιρροή
幅海苔 はばのり
ουσιαστικό
- 01 πεταλόνια η μπινγκάμειος (βρώσιμο είδος φαιοφυκιού)
幅優先探索 はばゆうせんたんさく
ουσιαστικό
- 01 αναζήτηση κατά πλάτος
幅にする はばにする
άλλο, ρήμα
- 01 ενεργώ κατά βούληση, επιβάλλω τη θέλησή μου
- 02 υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι