60 αποτελέσματα για «底»

そこ N3

ουσιαστικό

  1. 01 πάτος, σόλα
底辺 ていへん

ουσιαστικό

  1. 01 βάση (πολυγώνου)
  2. 02 κατώτατο στρώμα (κοινωνικής ιεραρχίας), χαμηλότερα επίπεδα, κοινωνικά περιθωριοποιημένες τάξεις
  3. 03 βάση (π.χ. υποστήριξης), θεμέλιο, βάθρο
底なし そこなし

ουσιαστικό

  1. 01 απύθμενος, ατέρμονα βαθύς, άπειρος
底上げ そこあげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανύψωση (του επιπέδου)
底知れぬ そこしれぬ

άλλο

  1. 01 απύθμενος, απεριόριστος, αμέτρητος, ανεξάντλητος
底をつく そこをつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξαντλούμαι, τελειώνω
  2. 02 φτάνω στον πάτο, αγγίζω το χαμηλότερο σημείο
底冷え そこびえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαπεραστικό κρύο
底知れない そこしれない

άλλο, επίθετο

  1. 01 απύθμενος, απεριόριστος, αμέτρητος, ανεξάντλητος
底抜け そこぬけ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 χωρίς πάτο (κουβάς κ.λπ.)
  2. 02 απεριόριστος (καλοσύνη, αισιοδοξία κ.λπ.), αμέτρητος, ακραίος, ανεξέλεγκτος
  3. 03 απρόσεκτος, αδιάκριτος, ασύδοτος, απερίσκεπτος
  4. 04 άτομο που πίνει υπερβολικά
  5. 05 ελεύθερη πτώση (της αγοράς)
底力 そこぢから

ουσιαστικό

  1. 01 κρυμμένα αποθέματα δύναμης, λανθάνουσα ενέργεια, δυναμικό, πραγματική ισχύς
底本 ていほん

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότυπο κείμενο, βιβλίο πηγής
  2. 02 προσχέδιο
底意地 そこいじ

ουσιαστικό

  1. 01 έμφυτη κακία, μοχθηρός χαρακτήρας
底部 ていぶ

ουσιαστικό

  1. 01 βάση, πυθμένας
底面 ていめん

ουσιαστικό

  1. 01 πυθμένας, κάτω πλευρά, βάση
  2. 02 βάση (πολυέδρου)
底光り そこびかり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εσωτερική λάμψη ή φως, βαθιά στιλπνότητα ή γυαλάδα
底深い そこふかい

επίθετο

  1. 01 πολύ βαθύς
てい

ουσιαστικό

  1. 01 βάση (λογαριθμική, εκθετική, συστήματος αρίθμησης), ρίζα
  2. 02 βάση (τριγώνου, κώνου, κυλίνδρου, κ.λπ.)
  3. 03 είδος, τύπος, έκταση, βαθμός
底意 そこい

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματική πρόθεση, υποβόσκον κίνητρο
底流 ていりゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπόρρητο ρεύμα, υποβόσκουσα τάση
底意地が悪い そこいじがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 κακόβουλος, χαιρέκακος, μοχθηρός