40 αποτελέσματα για «庭»
庭 にわ N5
ουσιαστικό
- 01 κήπος, αυλή, εσωτερική αυλή
- 02 πεδίο (δράσης), περιοχή
庭園 ていえん
ουσιαστικό
- 01 κήπος, πάρκο
庭師 にわし
ουσιαστικό
- 01 κηπουρός
庭先 にわさき
ουσιαστικό
- 01 το τμήμα του κήπου που βρίσκεται κοντά στο σπίτι, παρακείμενος κήπος
庭木 にわき
ουσιαστικό
- 01 δέντρο κήπου
庭番 にわばん
ουσιαστικό
- 01 φύλακας κήπου, κηπουρός
- 02 φρουρός του εσωτερικού κήπου
庭石 にわいし
ουσιαστικό
- 01 πέτρα κήπου
庭付き にわつき
ουσιαστικό
- 01 που διαθέτει κήπο, με κήπο
庭仕事 にわしごと
ουσιαστικό
- 01 κηπουρική
庭掃除 にわそうじ
ουσιαστικό
- 01 καθαρισμός κήπου, σκούπισμα αυλής, κηπουρικές εργασίες
庭下駄 にわげた
ουσιαστικό
- 01 υποδήματα κήπου, σανδάλια κήπου
庭いじり にわいじり
ουσιαστικό
- 01 κηπουρική, ασχολία στον κήπο
庭前 ていぜん
ουσιαστικό
- 01 κήπος
庭内 ていない
ουσιαστικό
- 01 εντός του κήπου
庭中 ていちゅう
ουσιαστικό
- 01 μέσα στον κήπο
庭口 にわぐち
ουσιαστικό
- 01 είσοδος κήπου
庭土 にわど
ουσιαστικό
- 01 χωματόχωμα, χώμα που χρησιμοποιείται στον κήπο
庭球 ていきゅう
ουσιαστικό
- 01 αντισφαίριση
庭木戸 にわきど
ουσιαστικό
- 01 κηπόπορτα
庭場 にわば
ουσιαστικό
- 01 περιοχή δραστηριότητας πλανόδιου πωλητή
- 02 χώρος σε αγρόκτημα όπου τακτοποιούνταν η σοδειά (περίοδος Έντο)