79 αποτελέσματα για «役»
役 やく N3
ουσιαστικό
- 01 ρόλος, ανάθεση, ευθύνη, καθήκον, λειτουργία, εργασία, υπηρεσία
- 02 θέση (ευθύνης), πόστο, αξίωμα
- 03 ρόλος (σε θεατρικό έργο, ταινία, κ.λπ.), χαρακτήρας
- 04 συνδυασμός πόντων, χέρι, γιακού, μελντ
役に立つ やくにたつ N4
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι χρήσιμος, είμαι βοηθητικός
役目 やくめ N2
ουσιαστικό
- 01 καθήκον, ρόλος, λειτουργία, αρμοδιότητα
役割 やくわり N3
ουσιαστικό
- 01 ρόλος, μέρος, κατανομή ρόλων, καθήκοντα
役立つ やくだつ
ρήμα
- 01 είμαι χρήσιμος, ωφελώ, βοηθώ, χρησιμεύω
役に立てる やくにたてる
άλλο, ρήμα
- 01 χρησιμοποιώ, αξιοποιώ, εκμεταλλεύομαι
役者 やくしゃ N2
ουσιαστικό
- 01 ηθοποιός
- 02 έξυπνος άνθρωπος, πονηρός, πανούργος
役割を果たす やくわりをはたす
άλλο, ρήμα
- 01 διαδραματίζω ρόλο, εκπληρώνω μια λειτουργία, παίζω ένα μέρος
役人 やくにん N2
ουσιαστικό
- 01 κυβερνητικός υπάλληλος
役員 やくいん
ουσιαστικό
- 01 διευθυντής, στέλεχος
- 02 στέλεχος, αξιωματούχος, υπεύθυνος
役職 やくしょく N1
ουσιαστικό
- 01 αξίωμα, επίσημη θέση
- 02 διευθυντική θέση, διοικητική θέση
役所 やくしょ N2
ουσιαστικό
- 01 δημόσια υπηρεσία, κυβερνητικό γραφείο
役立てる やくだてる
ρήμα
- 01 αξιοποιώ, χρησιμοποιώ, εκμεταλλεύομαι
役割分担 やくわりぶんたん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατανομή ρόλων, επιμερισμός αρμοδιοτήτων
役得 やくとく
ουσιαστικό
- 01 πρόσθετο όφελος, παροχή, δευτερεύον προνόμιο, απολαβές
役回り やくまわり
ουσιαστικό
- 01 ρόλος, μερίδιο, δουλειά, ανάθεση
役立たず やくたたず
ουσιαστικό
- 01 άχρηστος
- 02 αδρανές άτομο, ανίκανος
役場 やくば N1
ουσιαστικό
- 01 δημαρχείο
役柄 やくがら
ουσιαστικό
- 01 ρόλος, καθήκον, θέση, μέρος
役にも立たない やくにもたたない
άλλο, επίθετο
- 01 εντελώς άχρηστος, για πέταμα, ανώφελος