82 αποτελέσματα για «待»

待つ まつ N5

ρήμα

  1. 01 περιμένω
  2. 02 περιμένω, ανυπομονώ, προσδοκώ, αναμένω
  3. 03 εξαρτώμαι, βασίζομαι, χρειάζομαι
待機 たいき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 είμαι σε αναμονή, αναμένω την ευκαιρία, είμαι σε επιφυλακή
  2. 02 καραντίνα
待ち合わせ まちあわせ N1

ουσιαστικό

  1. 01 συνάντηση
待ち構える まちかまえる

ρήμα

  1. 01 ενεδρεύω, παραμονεύω, περιμένω, επαγρυπνώ
待ち受ける まちうける

ρήμα

  1. 01 περιμένω, αναμένω, προσδοκώ
待ち まち

ουσιαστικό

  1. 01 αναμονή, χρόνος αναμονής
  2. 02 πλακίδιο αναμονής, πλακίδιο που ολοκληρώνει το χέρι κάποιου
待遇 たいぐう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταχείριση, υποδοχή, εξυπηρέτηση
  2. 02 συνθήκες εργασίας, μισθός, αμοιβή, αποδοχές
待ち伏せ まちぶせ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενέδρα, παραμονή σε ενέδρα
待ち合わせ場所 まちあわせばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο συνάντησης
待たす またす

ρήμα

  1. 01 υποχρεώνω κάποιον να περιμένει
待ち望む まちのぞむ N1

ρήμα

  1. 01 προσμένω με ανυπομονησία, ανυπομονώ
待ち合わせる まちあわせる N2

ρήμα

  1. 01 συναντώ σε προκαθορισμένο μέρος και χρόνο, δίνω ραντεβού
待ちわびる まちわびる

ρήμα

  1. 01 έχω κουραστεί από την αναμονή, περιμένω με ανυπομονησία
待ち遠しい まちどおしい N1

επίθετο

  1. 01 πολυπόθητος, ανυπόμονα αναμενόμενος
待ちきれない まちきれない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανυπόμονος
待合室 まちあいしつ N2

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα αναμονής
待ちくたびれる まちくたびれる

ρήμα

  1. 01 κουράζομαι από την αναμονή
待ちに待つ まちにまつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 περιμένω για πολύ καιρό, περιμένω με ανυπομονησία
待ちかねる まちかねる

ρήμα

  1. 01 περιμένω με ανυπομονησία
待ち伏せる まちぶせる

ρήμα

  1. 01 στήνω ενέδρα, παραμονεύω