61 αποτελέσματα για «得»

得る える N3

ρήμα, άλλο

  1. 01 παίρνω, κερδίζω, αποκτώ, προμηθεύομαι, εξασφαλίζω, επιτυγχάνω, λαμβάνω
  2. 02 καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
  3. 03 υφίσταμαι (π.χ. τιμωρία), αρρωσταίνω, προσβάλλομαι (από ασθένεια)
  4. 04 μπορώ να
得意 とくい N3

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ικανοποίηση, υπερηφάνεια, θρίαμβος, ευφορία
  2. 02 δυνατό σημείο, ατού, ειδικότητα
  3. 03 τακτικός πελάτης, θαμώνας
とく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κέρδος, πλεονέκτημα, όφελος, ευεργέτημα
  2. 02 αναγέννηση στον παράδεισο, είσοδος στη νιρβάνα

ρήμα

  1. 01 αποκτώ, κερδίζω, εξασφαλίζω, επιτυγχάνω
  2. 02 είμαι εφικτός, είναι δυνατόν να συμβεί
得体の知れない えたいのしれない

άλλο, επίθετο

  1. 01 περίεργος, άγνωστος, μυστηριώδης, ύποπτος
得策 とくさく

ουσιαστικό

  1. 01 ορθή πολιτική, συνετή πολιτική, το καλύτερο σχέδιο
得物 えもの

ουσιαστικό

  1. 01 όπλο
  2. 02 ειδικότητα, ιδιαίτερη ικανότητα, όπλο στο οποίο διαθέτει κανείς δεξιότητα
得点 とくてん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαθμολογία, σκορ, πόντοι, βαθμοί, γκολ, runs
得体 えたい

ουσιαστικό

  1. 01 φύση, χαρακτήρας
得する とくする

ρήμα

  1. 01 κερδίζω, αποκομίζω όφελος
得意分野 とくいぶんや

ουσιαστικό

  1. 01 τομέας εξειδίκευσης, το δυνατό σημείο κάποιου
得意げ とくいげ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 περήφανος, θριαμβευτικός
得心 とくしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκατατίθεμαι, συμφωνώ, κατανοώ, πείθομαι, ικανοποιούμαι
得をする とくをする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ωφελούμαι, κερδίζω, αποκομίζω κέρδος, εισπράττω ανταμοιβές
得意技 とくいわざ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική σήμα κατατεθέν (που συνδέεται με έναν αθλητή πολεμικών τεχνών, έναν παλαιστή κ.λπ.), τελική κίνηση
得難い えがたい

επίθετο

  1. 01 δυσεύρετος, σπάνιος
得てして えてして

επίρρημα

  1. 01 συνηθίζεται, έχει την τάση να, είναι πιθανό να
得心がいく とくしんがいく

άλλο, ρήμα

  1. 01 κατανοώ πλήρως και συμφωνώ, πείθομαι, μένω απόλυτα ικανοποιημένος (με μια εξήγηση)
得になる とくになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ωφελώ, αποφέρω κέρδος
得意満面 とくいまんめん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 θριαμβευτικό ύφος, έπαρση