77 αποτελέσματα για «必»

必要 ひつよう N4

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αναγκαίος, απαραίτητος, ουσιώδης
  2. 02 ανάγκη, απαίτηση, προϋπόθεση
必ず かならず N4

επίρρημα

  1. 01 πάντα, ανεξαιρέτως, απαραιτήτως, σίγουρα, οπωσδήποτε, ασφαλώς, πάντοτε
必死 ひっし N3

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 φρενήρης, απεγνωσμένος
  2. 02 αναπόφευκτος θάνατος
  3. 03 αναπόφευκτο ματ
必要ない ひつようない

άλλο, επίθετο

  1. 01 περιττός, αχρείαστος, δεν χρειάζεται
必要とする ひつようとする

άλλο, ρήμα

  1. 01 χρειάζομαι, απαιτώ
必ずしも かならずしも N3

επίρρημα

  1. 01 όχι απαραίτητα, όχι πάντα, όχι εντελώς, όχι όλοι
必死になって ひっしになって

άλλο

  1. 01 απεγνωσμένα, με όλη μου τη δύναμη (σαν να διακυβεύεται η ζωή μου)
必然 ひつぜん N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αναπόφευκτος, αναγκαίος, βέβαιος, σίγουρος
  2. 02 αναπόφευκτο, αναγκαιότητα
必須 ひっす

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 απαραίτητος, ουσιώδης, αναγκαίος, απαιτούμενος, υποχρεωτικός, απαράβατος
必然的 ひつぜんてき

επίθετο

  1. 01 αναπόφευκτος, αναγκαίος
必要性 ひつようせい

ουσιαστικό

  1. 01 αναγκαιότητα, ανάγκη
必殺 ひっさつ

ουσιαστικό

  1. 01 θανατηφόρος, αποφασιστικό πλήγμα που επιφέρει βέβαιο θάνατο
必ずや かならずや

επίρρημα

  1. 01 οπωσδήποτε, σίγουρα, βέβαια
必殺技 ひっさつわざ

ουσιαστικό

  1. 01 θανατηφόρα τεχνική, σίγουρη μέθοδος εξόντωσης
  2. 02 ειδική ή θανατηφόρα κίνηση, συνήθως μοναδική για έναν συγκεκριμένο μαχητή ή στυλ μάχης
必要不可欠 ひつようふかけつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απολύτως απαραίτητος, αναγκαίος, ζωτικής σημασίας, κρίσιμος
必至 ひっし

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αναπόφευκτος, μοιραίος, βέβαιος
  2. 02 ματ (αναπόφευκτο σαχ ματ στο σκάκι)
必要最低限 ひつようさいていげん

ουσιαστικό

  1. 01 απόλυτη αναγκαιότητα, ελάχιστο απαραίτητο (ποσό, αριθμός κ.λπ.)
必然性 ひつぜんせい

ουσιαστικό

  1. 01 αναγκαιότητα, αναπόφευκτο
必勝 ひっしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σίγουρη νίκη
必要に応じて ひつようにおうじて

άλλο

  1. 01 ανάλογα με τις ανάγκες, αν είναι απαραίτητο, όταν προκύπτει ανάγκη, κατά περίπτωση