27 αποτελέσματα για «想»
想像 そうぞう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φαντασία, υπόθεση, εικασία
想定 そうてい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπόθεση, παραδοχή, εικασία, προσδοκία, πρόβλεψη
想像がつく そうぞうがつく
άλλο, ρήμα
- 01 είναι φανταστός, είναι νοητός
想像力 そうぞうりょく
ουσιαστικό
- 01 φαντασία
想定外 そうていがい
ουσιαστικό
- 01 πέρα από κάθε προσδοκία, απρόβλεπτος, πέρα από όσα αναμένονταν, έξω από τις αρχικές υποθέσεις
想像を絶する そうぞうをぜっする
άλλο, ρήμα
- 01 πέρα από κάθε φαντασία, αδιανόητος
想 そう
ουσιαστικό
- 01 σύλληψη, ιδέα, σκέψη
- 02 σάνια (αντίληψη)
想起 そうき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάμνηση, ενθύμηση, αναπόληση
- 02 αναδρομή, ανάκληση στη μνήμη
- 03 ανάκληση (μνήμης), ανάκτηση
想定内 そうていない
ουσιαστικό
- 01 εντός των προσδοκιών, όπως αναμενόταν, μέσα στα πλαίσια της υπόθεσης ή της παραδοχής
想像に難くない そうぞうにかたくない
άλλο
- 01 ευκολονόητος, εύκολο να φανταστεί κανείς
想い人 おもいびと
ουσιαστικό
- 01 αγαπημένο πρόσωπο, εραστής, σύντροφος
想念 そうねん
ουσιαστικό
- 01 σκέψη, ιδέα, σύλληψη
想像上 そうぞうじょう
ουσιαστικό
- 01 φανταστικός
想像しにくい そうぞうしにくい
άλλο, επίθετο
- 01 δύσκολο να φανταστεί κανείς
想像に任せる そうぞうにまかせる
άλλο, ρήμα
- 01 αφήνω στη φαντασία κάποιου
想像妊娠 そうぞうにんしん
ουσιαστικό
- 01 ψευδοκύηση, φανταστική εγκυμοσύνη
想像図 そうぞうず
ουσιαστικό
- 01 καλλιτεχνική απεικόνιση, εικόνα βασισμένη στη φαντασία, φανταστική αναπαράσταση
想定問答集 そうていもんどうしゅう
ουσιαστικό
- 01 κατάλογος αναμενόμενων ερωτήσεων και απαντήσεων (π.χ. για συνέντευξη τύπου, συνέντευξη ή προφορική εξέταση), συλλογή υποθετικών ερωτήσεων και απαντήσεων
想定問答 そうていもんどう
ουσιαστικό
- 01 προβλεπόμενες ερωτήσεις και απαντήσεις (για παράδειγμα για συνέντευξη τύπου, συνέντευξη ή προφορική εξέταση)
想到 そうとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σκέφτομαι, αναλογίζομαι
- 02 σκαρφίζομαι, βρίσκω μια λύση