24 αποτελέσματα για «憎»

憎む にくむ N2

ρήμα

  1. 01 μισώ, απεχθάνομαι, σιχαίνομαι
憎い にくい N2

επίθετο

  1. 01 μισητός, απεχθής, απαίσιος, εκνευριστικός, προκλητικός
  2. 02 καταπληκτικός, φανταστικός, αξιοθαύμαστος, υπέροχος, θαυμάσιος
憎しみ にくしみ N1

ουσιαστικό

  1. 01 μίσος
憎悪 ぞうお

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μίσος, αποστροφή, αηδία, απέχθεια
憎々しい にくにくしい

επίθετο

  1. 01 μισητός, απεχθής, σιχαμερός
憎らしい にくらしい N2

επίθετο

  1. 01 μισητός, απεχθής, σιχαμερός
  2. 02 αξιαγάπητος (χρησιμοποιείται ειρωνικά)
憎たらしい にくたらしい

επίθετο

  1. 01 απεχθής, μισητός, φρικτός, αποκρουστικός
憎まれ口を叩く にくまれぐちをたたく

άλλο, ρήμα

  1. 01 λέω κακίες, χρησιμοποιώ υβριστική γλώσσα
憎み合う にくみあう

ρήμα

  1. 01 μισώ αλλήλους, τρέφω αμοιβαίο μίσος
憎からず思う にくからずおもう

άλλο, ρήμα

  1. 01 τρέφω τρυφερά αισθήματα για κάποιον, συμπαθώ, νοιάζομαι για κάποιον, τρέφω εκτίμηση
憎しみ合う にくしみあう

ρήμα

  1. 01 μισώ αλλήλους, αλληλομισούμαι
憎からず にくからず

άλλο, επίρρημα

  1. 01 τρυφερά, αγαπητικά, με στοργή
憎まれっ子世にはばかる にくまれっこよにはばかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 τα κακά ζιζάνια θεριεύουν γρήγορα
憎悪犯罪 ぞうおはんざい

ουσιαστικό

  1. 01 έγκλημα μίσους
憎まれっ子 にくまれっこ

ουσιαστικό

  1. 01 μισητό παιδί, κακό παιδί
憎まれ役 にくまれやく

ουσιαστικό

  1. 01 ρόλος που δεν τυγχάνει αναγνώρισης, δυσάρεστος ρόλος
憎まれ口 にくまれぐち

ουσιαστικό

  1. 01 κακεντρεχή λόγια, υβριστική γλώσσα
憎げ にくげ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μισητός, κακεντρεχής
憎さ にくさ

ουσιαστικό

  1. 01 μισητή φύση, μίσος
憎み合い にくみあい

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαίο μίσος