88 αποτελέσματα για «抗»

抗議 こうぎ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμαρτυρία, ένσταση, αντίρρηση
抗う あらがう

ρήμα

  1. 01 αντιμάχομαι, αντιστέκομαι, εναντιώνομαι, αρνούμαι
抗争 こうそう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανταγωνισμός, βεντέτα, σύγκρουση, διαμάχη, αγώνας, έριδα, διαπληκτισμός, αντίσταση
こう

πρόθημα

  1. 01 αντί-, αντι-
抗弁 こうべん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμαρτυρία, αντίκρουση, υπεράσπιση
抗する こうする

ρήμα

  1. 01 αντιστέκομαι, αψηφώ
抗体 こうたい

ουσιαστικό

  1. 01 αντισώμα
抗戦 こうせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίσταση
抗生物質 こうせいぶっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιβιοτικό
抗がん剤 こうがんざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντικαρκινικό φάρμακο, αντικαρκινικός παράγοντας
抗議活動 こうぎかつどう

ουσιαστικό

  1. 01 δράση διαμαρτυρίας, κίνημα διαμαρτυρίας
抗菌 こうきん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αντιβακτηριδιακός, αντιμικροβιακός
抗生剤 こうせいざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιβιοτικό (φάρμακο)
抗議文 こうぎぶん

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφη διαμαρτυρία
抗原 こうげん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιγόνο
抗しがたい こうしがたい

επίθετο

  1. 01 ακατανίκητος, ακαταμάχητος
  2. 02 συντριπτικός
抗日 こうにち

ουσιαστικό

  1. 01 αντίσταση κατά της ιαπωνικής επιθετικότητας, αντιιαπωνικός (εκστρατεία, κίνημα κ.λπ.)
抗議運動 こうぎうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 εκστρατεία διαμαρτυρίας, διαδήλωση
抗うつ こううつ

ουσιαστικό

  1. 01 αντικαταθλιπτικός
抗菌薬 こうきんやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιβακτηριακό φάρμακο, αντιμικροβιακό φάρμακο