33 αποτελέσματα για «招»

招く まねく N3

ρήμα

  1. 01 προσκαλώ, καλώ, ζητώ
  2. 02 νεύω, κάνω νόημα, καλώ με νόημα
  3. 03 καλώ, φωνάζω, στέλνω να φέρουν
  4. 04 προκαλώ, επισύρω, οδηγώ σε, έχω ως αποτέλεσμα
招待 しょうたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσκληση
招待状 しょうたいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσκληση (γραπτή), επιστολή πρόσκλησης
招き入れる まねきいれる

ρήμα

  1. 01 προσκαλώ μέσα, εισάγω κάποιον στον χώρο
招集 しょうしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλήση, προσκλητήριο, σύγκληση
招待客 しょうたいきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 προσκεκλημένος
招き まねき N1

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσκληση
招き寄せる まねきよせる

ρήμα

  1. 01 κάνω νόημα σε κάποιον να πλησιάσει, γνέφω, καλώ, προσκαλώ
招聘 しょうへい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευγενική πρόσκληση, κάλεσμα
招かれざる客 まねかれざるきゃく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απρόσκλητος επισκέπτης
招来 しょうらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσκληση, προσέλκυση
  2. 02 πρόκληση, δημιουργία, αιτία
招待券 しょうたいけん

ουσιαστικό

  1. 01 τιμητικό εισιτήριο, κάρτα πρόσκλησης, εισιτήριο πρόσκλησης
招き猫 まねきねこ

ουσιαστικό

  1. 01 μανέκι νέκο, ειδώλιο γάτας με το ένα πόδι σηκωμένο (συνήθως από λευκή πορσελάνη)
招致 しょうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσκληση, κλήση, διεκδίκηση (π.χ. για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων), κάλεσμα
招じ入れる しょうじいれる

ρήμα

  1. 01 προσκαλώ μέσα, εισάγω
招請 しょうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσκληση
招福 しょうふく

ουσιαστικό

  1. 01 φυλαχτό για καλή τύχη, αντικείμενο που προσελκύει ή καλεί την καλοτυχία
招待席 しょうたいせき

ουσιαστικό

  1. 01 θέσεις κρατημένες για προσκεκλημένους
招宴 しょうえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δεξίωση, πρόσκληση σε πάρτι, πάρτι
招魂 しょうこん

ουσιαστικό

  1. 01 επίκληση πνευμάτων των νεκρών