50 αποτελέσματα για «拝»

拝む おがむ N2

ρήμα

  1. 01 παίρνω στάση προσευχής, ενώνω τις παλάμες και τα δάχτυλα και των δύο χεριών, αποδίδω τιμή (π.χ. μπροστά από άγαλμα του Βούδα), υποκλίνομαι με σεβασμό
  2. 02 εκλιπαρώ, κάνω ικεσία
  3. 03 βλέπω (κάποιον ή κάτι υψηλού αξιώματος)
拝見 はいけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βλέπω, παρατηρώ
拝借 はいしゃく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δανεισμός
拝謁 はいえつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσημη ακρόαση από πρόσωπο υψηλού αξιώματος (π.χ. τον αυτοκράτορα)
拝する はいする

ρήμα

  1. 01 υποκλίνομαι, προσκυνώ
  2. 02 λαμβάνω, δέχομαι (με ταπεινότητα)
  3. 03 βλέπω (κάποιον ανώτερο)
拝命 はいめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραλαμβάνω επίσημο διορισμό, διορίζομαι σε θέση
拝聴 はいちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σεβαστική ακρόαση
はい

ουσιαστικό

  1. 01 υπόκλιση (με σεβασμό ή λατρεία), λατρεία
  2. 02 με εκτίμηση
拝啓 はいけい N1

ουσιαστικό

  1. 01 αξιότιμε, αγαπητέ, προς πάσαν αρχήν (επίσημη προσφώνηση σε επιστολή)
拝殿 はいでん

ουσιαστικό

  1. 01 μπροστινό ιερό, ναός λατρείας
拝領 はいりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραλαβή (από ανώτερο), προσφορά (ως δώρο από ανώτερο)
拝み倒す おがみたおす

ρήμα

  1. 01 πείθω κάποιον να συναινέσει, παρακαλώ επανειλημμένα, εκλιπαρώ, ικετεύω
拝礼 はいれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λατρεία
拝読 はいどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση (ευγενική έκφραση για το διάβασμα επιστολής ή εγγράφου)
拝受 はいじゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραλαμβάνω (αποδέχομαι)
拝観 はいかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βλέπω, επιθεωρώ, επισκέπτομαι (ιερό ή ναό)
拝す はいす

ρήμα

  1. 01 υποκλίνομαι, προσκυνώ
  2. 02 λαμβάνω
  3. 03 βλέπω
拝察 はいさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εικασία, υποψία, συναγωγή συμπεράσματος
拝顔 はいがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνάντηση με κάποιον
拝跪 はいき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γονατίζω (για προσευχή), πέφτω στα γόνατα