31 αποτελέσματα για «挿»
挿入 そうにゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εισαγωγή, παρεμβολή, ένθεση, (σεξουαλική) διείσδυση
- 02 παρεμβολή
- 03 ένθεμα
挿す さす N3
ρήμα
- 01 εισάγω, βάζω μέσα
- 02 φυτεύω (μόσχευμα), καρφώνω
- 03 συνθέτω (λουλούδια)
- 04 φέρνω (σπαθί) στη ζώνη
- 05 κλείνω, ασφαλίζω, κλειδώνω
挿れる いれる
ρήμα
- 01 εισάγω (συνήθως κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής)
挿絵 さしえ
ουσιαστικό
- 01 εικονογράφηση (σε βιβλίο, εφημερίδα, κ.λπ.), εικόνα
挿し込む さしこむ
ρήμα
- 01 εισάγω, τοποθετώ μέσα, σπρώχνω μέσα, συνδέω στην πρίζα
挿話 そうわ
ουσιαστικό
- 01 επεισόδιο, παράλληλη ιστορία, ιστορία μέσα στην ιστορία, παρέκβαση, ανέκδοτο
挿管 そうかん
ουσιαστικό
- 01 διασωλήνωση, καθετηριασμός
挿画 そうが
ουσιαστικό
- 01 εικονογράφηση βιβλίου
挿入歌 そうにゅうか
ουσιαστικό
- 01 μουσική υπόκρουση, σάουντρακ (ταινίας ή διαφήμισης), εμβόλιμα τραγούδια
挿入口 そうにゅうぐち
ουσιαστικό
- 01 σημείο εισαγωγής, υποδοχή εισαγωγής, άνοιγμα εισαγωγής
挿し木 さしき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μοσχεύματα, φύτευση μοσχευμάτων
挿抜 そうばつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τοποθέτηση-αφαίρεση, προσθήκη-διαγραφή, εναλλαγή (π.χ. φις)
挿花 そうか
ουσιαστικό
- 01 ανθοδετική
挿絵画家 さしえがか
ουσιαστικό
- 01 εικονογράφος
挿げる すげる
ρήμα
- 01 δένω, στερεώνω, προσαρμόζω
挿話的 そうわてき
επίθετο
- 01 επεισοδιακός
挿入句 そうにゅうく
ουσιαστικό
- 01 παρενθετική φράση
挿頭 かざし
ουσιαστικό
- 01 λουλούδι στερεωμένο στα μαλλιά
挿図 そうず
ουσιαστικό
- 01 εικονογράφηση
挿し花 さしばな
ουσιαστικό
- 01 λουλούδια σε βάζο ή πέτο