32 αποτελέσματα για «授»
授業 じゅぎょう N5
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μάθημα, διδασκαλία, εργασία στην τάξη, σχολική εργασία
授ける さずける N1
ρήμα
- 01 παρέχω, δίνω, απονέμω, επιβραβεύω
- 02 διδάσκω, καθοδηγώ, μεταδίδω (γνώση)
授業中 じゅぎょうちゅう
ουσιαστικό
- 01 κατά τη διάρκεια του μαθήματος
授かる さずかる
ρήμα
- 01 βραβεύομαι, λαμβάνω (π.χ. έναν τίτλο)
- 02 προικίζομαι, χαρίζομαι (π.χ. με ένα ταλέντο)
- 03 ευλογούμαι (π.χ. με ένα παιδί)
- 04 μυούμαι (π.χ. σε ένα μυστικό)
授業を受ける じゅぎょうをうける
άλλο, ρήμα
- 01 παρακολουθώ μάθημα
授与 じゅよ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απονομή, παραχώρηση, δωρεά, παρουσίαση
授業料 じゅぎょうりょう
ουσιαστικό
- 01 δίδακτρα, τέλη φοίτησης
授業参観 じゅぎょうさんかん
ουσιαστικό
- 01 ημέρα επίσκεψης γονέων (ημέρα κατά την οποία οι γονείς παρακολουθούν τα παιδιά τους στο σχολείο)
授業時間 じゅぎょうじかん
ουσιαστικό
- 01 σχολικές ώρες, ώρες διδασκαλίας
授賞式 じゅしょうしき
ουσιαστικό
- 01 τελετή απονομής βραβείων, τελετή βράβευσης
授乳 じゅにゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θηλασμός, γαλουχία
授受 じゅじゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δόσιμο και λήψη, μεταβίβαση, μεταφορά, αλλαγή χεριών
授与式 じゅよしき
ουσιαστικό
- 01 τελετή απονομής
授かり物 さずかりもの
ουσιαστικό
- 01 δώρο, απρόσμενο κέρδος, ευλογία
授賞 じゅしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απονομή βραβείου, δόσιμο βραβείου
授戒 じゅかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράδοση των ιερών εντολών
授爵 じゅしゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προαγωγή σε αριστοκρατικό τίτλο
授業計画 じゅぎょうけいかく
ουσιαστικό
- 01 αναλυτικό πρόγραμμα μαθήματος
授産 じゅさん
ουσιαστικό
- 01 προστατευόμενα προγράμματα εργασίας, παροχή απασχόλησης
授乳期 じゅにゅうき
ουσιαστικό
- 01 περίοδος γαλουχίας