65 αποτελέσματα για «探»

探す さがす N4

ρήμα

  1. 01 αναζητώ, ψάχνω, κυνηγώ
  2. 02 ψάχνω, ερευνώ (ένα σπίτι, μια τσέπη κ.λπ.), ψαχουλεύω (π.χ. ένα συρτάρι)
探る さぐる N2

ρήμα

  1. 01 ψάχνω, ψηλαφώ, ψάχνω στα τυφλά
  2. 02 ερευνώ, διερευνώ, κατασκοπεύω, ανιχνεύω
  3. 03 εξερευνώ (άγνωστα μέρη), απολαμβάνω (τη φυσική ομορφιά)
探索 たんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναζήτηση, ψάξιμο, κυνήγι, έρευνα, εξερεύνηση, διερεύνηση
探し出す さがしだす

ρήμα

  1. 01 εντοπίζω, βρίσκω, ανακαλύπτω, ξετρυπώνω
探偵 たんてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ντετέκτιβ, ερευνητής, ιδιωτικός αστυνομικός
  2. 02 ντετεκτιβική δουλειά, μυστική έρευνα
探しに さがしに

άλλο

  1. 01 προς αναζήτηση, για να ψάξω
探知 たんち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανίχνευση
探検 たんけん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξερεύνηση, αποστολή, εκστρατεία
探し回る さがしまわる

ρήμα

  1. 01 ψάχνω παντού, αναζητώ εξονυχιστικά, ψάχνω σπιθαμή προς σπιθαμή
探りを入れる さぐりをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διερευνώ, ψάχνω, βολιδοσκοπώ, ερευνώ
探し求める さがしもとめる

ρήμα

  1. 01 ψάχνω, αναζητώ
探し物 さがしもの

ουσιαστικό

  1. 01 αναζήτηση κάποιου πράγματος, ψάξιμο
  2. 02 αντικείμενο προς αναζήτηση
探査 たんさ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανίχνευση, εξερεύνηση, έρευνα, διερεύνηση
探り当てる さぐりあてる

ρήμα

  1. 01 ανακαλύπτω, εξιχνιάζω
探し当てる さがしあてる

ρήμα

  1. 01 εντοπίζω (μετά από εξαντλητική αναζήτηση), βρίσκω, ανακαλύπτω
探求 たんきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναζήτηση, έρευνα, επιδίωξη
探り出す さぐりだす

ρήμα

  1. 01 ανακαλύπτω, ξετρυπώνω, μυρίζομαι, αποσπώ με τεχνάσματα, εξμαιεύω, κατασκοπεύω
探偵事務所 たんていじむしょ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο ντετέκτιβ, πρακτορείο ιδιωτικών ερευνών, εταιρεία ερευνών
探り合い さぐりあい

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία διερεύνηση, προσπάθεια να καταλάβει ο ένας τις προθέσεις του άλλου
探り さぐり

ουσιαστικό

  1. 01 ηχοβόληση, ανίχνευση, ανιχνευτής, στυλεός, κατάσκοπος