27 αποτελέσματα για «描»

描く えがく N3

ρήμα

  1. 01 ζωγραφίζω, σχεδιάζω, σκιαγραφώ
  2. 02 απεικονίζω, περιγράφω
  3. 03 φαντάζομαι, οραματίζομαι
  4. 04 σχηματίζω ένα συγκεκριμένο σχήμα (π.χ. την πορεία μιας ενέργειας, την εμφάνιση ενός αντικειμένου κ.λπ.)
描写 びょうしゃ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απεικόνιση, περιγραφή, απόδοση
描き出す えがきだす

ρήμα

  1. 01 περιγράφω, σχεδιάζω, εκφράζω, φαντάζομαι
描画 びょうが

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σχέδιο, ζωγραφική
描き直し えがきなおし

ουσιαστικό

  1. 01 ενέργεια επανασχεδίασης πλαισίου
描き下ろす かきおろす

ρήμα

  1. 01 σχεδιάζω (πρωτότυπες εικονογραφήσεις, έργα τέχνης, κ.λπ.), δημιουργώ ειδικά για κάποιον σκοπό
描き手 かきて

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιτέχνης, ζωγράφος, εικονογράφος
描線 びょうせん

ουσιαστικό

  1. 01 σχεδιαστική γραμμή, γραμμή σε ένα σχέδιο
描出 びょうしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιγραφή, απόδοση
描き起こす かきおこす

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να σχεδιάζω, ξεκινώ να ζωγραφίζω
描写力 びょうしゃりょく

ουσιαστικό

  1. 01 περιγραφική ικανότητα, δύναμη περιγραφής, ικανότητα περιγραφής
描法 びょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική ζωγραφικής ή σχεδίου
描き溜める かきためる

ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνω αποθέματα από σχέδια, ζωγραφιές κ.λπ. που δεν έχουν ακόμα δημοσιευτεί
描き文字 かきもじ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωγραφισμένα γράμματα, ηχητικά εφέ σε μορφή γραμμάτων
描破 びょうは

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απεικονίζω διεξοδικά
描像 びょうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 περιγραφή, απεικόνιση
描き眉 かきまゆ

ουσιαστικό

  1. 01 βαμμένα φρύδια, φρύδια σχεδιασμένα με μολύβι
描き下ろし かきおろし

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτότυπο εικονογραφικό έργο, ειδικά σχεδιασμένο έργο τέχνης, νέα εικονογράφηση ή μάνγκα που δημιουργείται για συγκεκριμένο σκοπό
描画パイプライン びょうがパイプライン

ουσιαστικό

  1. 01 ακολουθία σχεδίασης
描画ヘッド びょうがヘッド

ουσιαστικό

  1. 01 κεφαλή σχεδίασης