40 αποτελέσματα για «敗»

敗北 はいぼく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ήττα, απώλεια, αναποδιά, οπισθοδρόμηση
敗れる やぶれる

ρήμα

  1. 01 ηττώμαι, χάνω, αποτυγχάνω
敗者 はいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ηττημένος, αυτός που χάνει
敗戦 はいせん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ήττα, χαμένη μάχη, απώλεια πολέμου
はい

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο

  1. 01 ήττα, χάσιμο
  2. 02 μετρητής για ήττες
敗走 はいそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυγή, άτακτη υποχώρηση, συντριβή
敗北感 はいぼくかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα ήττας
敗退 はいたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ήττα, αποκλεισμός (από διαγωνισμό)
敗因 はいいん

ουσιαστικό

  1. 01 αιτία ήττας
敗北者 はいぼくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ηττημένος, αυτός που έχει ηττηθεί
敗残兵 はいざんへい

ουσιαστικό

  1. 01 υπολείμματα ηττημένου στρατού
敗残 はいざん

ουσιαστικό

  1. 01 επιβίωση μετά από ήττα
  2. 02 παρακμή (προσώπου, επιχείρησης, κ.λπ.), κατάπτωση
敗軍 はいぐん

ουσιαστικό

  1. 01 ήττα, χαμένη μάχη
  2. 02 ηττημένος στρατός
敗戦国 はいせんこく

ουσιαστικό

  1. 01 ηττημένη χώρα
敗色 はいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 ενδείξεις ήττας, αρνητική τροπή των γεγονότων
敗色濃厚 はいしょくのうこう

ουσιαστικό

  1. 01 πιθανή ήττα, επικείμενη καταδίκη
敗者復活戦 はいしゃふっかつせん

ουσιαστικό

  1. 01 ρεπεσάζ, αγώνας παρηγοριάς, ταμπλό ηττημένων, αγώνας δεύτερης ευκαιρίας
敗血症 はいけつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σήψη, σηψαιμία, δηλητηρίαση του αίματος
敗る やぶる

ρήμα

  1. 01 νικώ, κερδίζω
敗訴 はいそ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ήττα σε δικαστική υπόθεση