42 αποτελέσματα για «斑»
斑点 はんてん
ουσιαστικό
- 01 κηλίδες, στίγματα, πιτσιλιές
斑 まだら
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 κηλίδες, στίγματα, μπαλώματα
- 02 στιγματισμένος, κηλιδωτός
斑 むら N1
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ανομοιομορφία (χρώματος, μπογιάς κ.λπ.), ανωμαλία, ασυνέχεια, κηλίδωση
- 02 ανομοιομορφία (ποιότητας, αποτελεσμάτων, συμπεριφοράς κ.λπ.), ασυνέπεια, αστάθεια
- 03 ευμετάβλητη διάθεση, ιδιοτροπία, σπασμωδικότητα
斑 ぶち
ουσιαστικό
- 01 κηλίδες, στίγματα, κηλιδώσεις
斑鳩 イカル
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικός ίκαρος (είδος στρουθιόμορφου πτηνού)
斑鳩 いかるが
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικός ίκαρος
斑紋 はんもん
ουσιαστικό
- 01 κηλίδες, στίγματα, στικτό μοτίβο, διάστικτο μοτίβο
斑雪 まだらゆき
ουσιαστικό
- 01 ασύνεχες χιόνι, εναπομείναντα μπαλώματα χιονιού, κηλίδες χιονιού
斑猫 はんみょう
ουσιαστικό
- 01 χαμμιό, σκαθάρι-τίγρης (συγκεκριμένα το ιαπωνικό σκαθάρι-τίγρης, Cicindela japonica)
- 02 κανθαρίδα, κηλιδωτό σκαθάρι
斑状 はんじょう
ουσιαστικό
- 01 κηλιδωτός, με μπαλώματα, μακולώδης, πορφυριτικός
斑入り ふいり
ουσιαστικό
- 01 ποικιλόχρωμος, στιγματισμένος
斑馬 はんば
ουσιαστικό
- 01 στικτό άλογο
斑馬 まだらうま
ουσιαστικό
- 01 ζέβρα
斑毛 ぶちげ
ουσιαστικό
- 01 μπαλώματα (χρώμα τριχώματος αλόγου με κηλίδες)
斑牛 まだらうし
ουσιαστικό
- 01 παρδαλό βόδι, στικτή αγελάδα
斑状出血 はんじょうしゅっけつ
ουσιαστικό
- 01 εκχύμωση
斑なく むらなく
επίρρημα
- 01 ομοιόμορφα, ισόποσα, με ομοιόμορφο και τακτικό τρόπο
斑蜘蛛 まだらぐも
ουσιαστικό
- 01 νεφίλα η ροπαλοφόρος (ασιατικό είδος χρυσαφένιας αραχνοϋφαντής αράχνης)
斑消え むらぎえ
ουσιαστικό
- 01 που μένει κατά τόπους, που σώζεται σε μπαλώματα
斑条 はんじょう
ουσιαστικό
- 01 ποικιλόχρωμες ραβδώσεις