24 αποτελέσματα για «旋»
旋回 せんかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιστροφή, κυκλική κίνηση, στροφή
- 02 ελιγμός στροφής (αεροσκάφους ή πλοίου)
旋律 せんりつ
ουσιαστικό
- 01 μελωδία, σκοπός
旋風 せんぷう
ουσιαστικό
- 01 ανεμοστρόβιλος
- 02 αίσθηση, αναστάτωση, ντόρος
旋盤 せんばん
ουσιαστικό
- 01 τόρνος
旋転 せんてん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιστροφή, περιφορά, δίνη
旋毛 つむじ
ουσιαστικό
- 01 στρόβιλος μαλλιών
旋棍 トンファー
ουσιαστικό
- 01 τονφά, παραδοσιακό όπλο από την Οκινάουα που μοιάζει με αστυνομικό γκλομπ
旋法 せんぽう
ουσιαστικό
- 01 τρόπος
旋頭歌 せどうか
ουσιαστικό
- 01 παραδοσιακό ιαπωνικό ποίημα με έξι στίχους σε μορφή 5-7-7-5-7-7 μορίων
旋条 せんじょう
ουσιαστικό
- 01 ραβδώσεις (κάννης πυροβόλου όπλου)
旋盤工 せんばんこう
ουσιαστικό
- 01 χειριστής τόρνου
旋回運動 せんかいうんどう
ουσιαστικό
- 01 κυκλική κίνηση, περιστροφική κίνηση
旋毛虫 せんもうちゅう
ουσιαστικό
- 01 τριχίνη, σκώληκας του χοιρινού
旋毛曲がり つむじまがり
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 στρεψοδικία, ιδιοτροπία, εκκεντρικότητα
旋光 せんこう
ουσιαστικό
- 01 οπτική περιστροφή
旋光角 せんこうかく
ουσιαστικό
- 01 γωνία οπτικής περιστροφής
旋光分析 せんこうぶんせき
ουσιαστικό
- 01 πολωσιμετρική ανάλυση
旋光性 せんこうせい
ουσιαστικό
- 01 οπτική ενεργότητα
旋削 せんさく
ουσιαστικό
- 01 τόρνευση (σε τόρνο)
旋律的短音階 せんりつてきたんおんかい
ουσιαστικό
- 01 μελωδική ελάσσονα κλίμακα