38 αποτελέσματα για «旗»

はた N3

ουσιαστικό

  1. 01 σημαία
  2. 02 πατάκα (σημαία, λάβαρο)
  3. 03 λάβαρο (διοικητική υποδιαίρεση της Εσωτερικής Μογγολίας)
旗本 はたもと

ουσιαστικό

  1. 01 στρατηγείο (στο πεδίο της μάχης)
  2. 02 απευθείας υποτελής του σογκούν (περίοδος Έντο), βαρόνος του σογκούν, χαταμότο
旗艦 きかん

ουσιαστικό

  1. 01 ναυαρχίδα
旗印 はたじるし

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο (σε λάβαρο), έμβλημα (σε σημαία), διακριτικό
  2. 02 λάβαρο (π.χ. της δημοκρατίας), σύνθημα, σκοπός, αντικειμενικός στόχος
旗色 はたいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση, προοπτική
  2. 02 πίστη, προσχώρηση, στάση
旗頭 はたがしら

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός, επικεφαλής
  2. 02 πάνω μέρος μιας σημαίας
  3. 03 μπαμπού με προσαρτημένη κατακόρυφη σημαία και περίτεχνη διακόσμηση στην κορυφή, που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια των ετήσιων εορτών γονιμότητας και ευχαριστιών στην Οκινάουα
旗を振る はたをふる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κουνώ σημαία
  2. 02 δείχνω τον δρόμο, καθοδηγώ
旗を立てる はたをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υψώνω σημαία
旗手 きしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 σημαιοφόρος
旗揚げ はたあげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκρότηση στρατού, ύψωση λαβάρου
  2. 02 ίδρυση νέας ομάδας, έναρξη επιχείρησης, ίδρυση νέου κόμματος
旗幟 きし

ουσιαστικό

  1. 01 σημαία, λάβαρο, έμβλημα
  2. 02 στάση, θέση, άποψη
旗竿 はたざお

ουσιαστικό

  1. 01 κοντάρι σημαίας, ιστός σημαίας
  2. 02 αραβίδα (φυτό του γένους Arabis, ιδίως το αραβίδα η λεία)
旗指物 はたさしもの

ουσιαστικό

  1. 01 χατασασιμόνο, μικρή πολεμική σημαία που προσαρμοζόταν στο πίσω μέρος της πανοπλίας κατά τη διάρκεια της μάχης
旗持ち はたもち

ουσιαστικό

  1. 01 σημαιοφόρος
旗振り役 はたふりやく

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτεργάτης, υποκινητής, σηματωρός, αρχηγός
旗振り はたふり

ουσιαστικό

  1. 01 κυματισμός σημαίας, σημαιοφόρος, αφέτης (σε αθλητικούς αγώνες), υποκινητής, αρχηγός
旗を揚げる はたをあげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υψώνω σημαία
  2. 02 συγκεντρώνω στρατό
  3. 03 ξεκινώ μια νέα επιχείρηση
旗亭 きてい

ουσιαστικό

  1. 01 εστιατόριο, πανδοχείο
旗を出す はたをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 υψώνω σημαία
旗袍 チーパオ

ουσιαστικό

  1. 01 τσιπάο, κινεζικό παραδοσιακό φόρεμα, φόρεμα με όρθιο γιακά