196 αποτελέσματα για «明»

明日 あした N5

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 αύριο
  2. 02 εγγύς μέλλον
明るい あかるい N5

επίθετο

  1. 01 φωτεινός, λαμπερός, καλά φωτισμένος
  2. 02 λαμπερός (για χρώμα)
  3. 03 χαρούμενος, φωτεινός, ζωηρός, ευδιάθετος (π.χ. για διάθεση)
  4. 04 λαμπρός (για μέλλον, προοπτικές κ.λπ.), ρόδινος, ενθαρρυντικός, ελπιδοφόρος
  5. 05 γνώστης (κάτι), εξοικειωμένος (με), έμπειρος (σε), καλά πληροφορημένος (για)
  6. 06 δίκαιος (π.χ. στην πολιτική), καθαρός, αμερόληπτος
明らか あきらか N3

επίθετο

  1. 01 σαφής, προφανής, εμφανής, ξεκάθαρος, καθορισμένος
  2. 02 φωτεινός, λαμπερός
明確 めいかく N3

επίθετο

  1. 01 σαφής, ακριβής, οριστικός, διακριτός
明かり あかり N3

ουσιαστικό

  1. 01 φως, λάμψη, φωταύγεια
  2. 02 φως (πηγή φωτός), φώτα, λάμπα, λυχνάρι
  3. 03 απόδειξη (αθωότητας)
明かす あかす N1

ρήμα

  1. 01 περνάω (τη νύχτα), διανύω
  2. 02 αποκαλύπτω, φανερώνω, γνωστοποιώ, εκθέτω
  3. 03 αποδεικνύω, επαληθεύω, επιβεβαιώνω
明白 めいはく N1

επίθετο

  1. 01 προφανής, σαφής, ξεκάθαρος, εμφανής, φανερός, ρητός, απροκάλυπτος
明後日 あさって N5

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μεθαύριο
  2. 02 λάθος (π.χ. κατεύθυνση)
明らかになる あきらかになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καθίσταμαι σαφής, ξεκαθαρίζω
  2. 02 δημοσιοποιούμαι, γίνομαι γνωστός
明らかにする あきらかにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 καθιστώ σαφές, διευκρινίζω, αποκαλύπτω, δημοσιοποιώ
めい

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 φωτεινότητα
  2. 02 διάκριση, οξυδέρκεια, κριτήριο
  3. 03 όραση, οπτική ικανότητα
  4. 04 έτος της περιόδου Μέιτζι (8 Σεπτεμβρίου 1868 - 30 Ιουλίου 1912)
明治 めいじ

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Μεϊτζί (8 Σεπτεμβρίου 1868 – 30 Ιουλίου 1912)
明瞭 めいりょう N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σαφής, έκδηλος, διακριτός, φανερός, προφανής, ευκρινής
明け方 あけがた N2

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 αυγή, χαράματα
明滅 めいめつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναβοσβήσιμο, τρεμόπαιγμα
明言 めいげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δήλωση, επίσημη ανακοίνωση
明け暮れる あけくれる

ρήμα

  1. 01 αφιερώνω όλο μου τον χρόνο, περνώ όλη μου τη μέρα κάνοντας κάτι, απορροφώμαι από κάτι
  2. 02 περνώ (για ημέρες)
みん

ουσιαστικό

  1. 01 δυναστεία Μινγκ (της Κίνας· 1368-1644)
明朝 みょうちょう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 αύριο το πρωί
明智 めいち

ουσιαστικό

  1. 01 οξύνοια, σοφία, ευφυΐα