32 αποτελέσματα για «暮»
暮らす くらす N3
ρήμα, επίθημα
- 01 ζω (με, από, κ.λπ.), διάγω βίο, τα βγάζω πέρα, επιβιώνω
- 02 βιοπορίζομαι, κερδίζω τα προς το ζην
- 03 περνώ τον καιρό μου (κάνοντας κάτι), περνώ τις μέρες μου (κάνοντας κάτι), ζω, συνεχίζω (κάνοντας κάτι)
- 04 κάνω καθημερινά, κάνω όλη μέρα, συνεχίζω να κάνω
暮らし くらし N3
ουσιαστικό
- 01 τρόπος ζωής, ζωή, διαβίωση, συνθήκες ζωής, βιοπορισμός, τα προς το ζην, καθημερινή ζωή, καθημερινότητα
暮れる くれる N4
ρήμα
- 01 σκοτεινιάζω, νυχτώνει
- 02 τελειώνω, λήγω (για ημέρα, έτος, εποχή κ.λπ.)
- 03 βυθίζομαι σε (π.χ. απόγνωση), χάνομαι σε (π.χ. σκέψεις), καταβάλλομαι από
暮れ くれ N3
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 ηλιοβασίλεμα, δύση, σούρουπο
- 02 τέλος, κλείσιμο
- 03 τέλος του έτους, αποχαιρετισμός της χρονιάς
暮らし始める くらしはじめる
ρήμα
- 01 αρχίζω έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής
暮れかける くれかける
ρήμα
- 01 αρχίζω να σουρουπώνω, αρχίζω να δύω (για τον ήλιο)
暮れなずむ くれなずむ
ρήμα
- 01 βραδιάζω αργά
暮れかかる くれかかる
ρήμα
- 01 αρχίζω να σουρουπώνω, αρχίζω να δύω (για τον ήλιο)
暮れゆく くれゆく
ρήμα
- 01 σκοτεινιάζω, σουρουπώνω
- 02 φθίνω, λιγοστεύω
暮色 ぼしょく
ουσιαστικό
- 01 λυκόφως, δειλινό
暮らし向き くらしむき
ουσιαστικό
- 01 συνθήκες ζωής, τρόπος ζωής, οικονομική κατάσταση (οικογένειας)
暮らし方 くらしかた
ουσιαστικό
- 01 τρόπος ζωής
暮れ方 くれがた
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 σούρουπο, η ώρα του ηλιοβασιλέματος, δειλινό
暮らしを立てる くらしをたてる
άλλο, ρήμα
- 01 βγάζω τα προς το ζην, συντηρούμαι
暮夜 ぼや
ουσιαστικό
- 01 νύχτα, εσπέρα
暮れ残る くれのこる
ρήμα
- 01 παραμένω αναμμένος στο λυκόφως (για το φως που σβήνει αργά), διατηρώ ένα υπολειπόμενο φως κατά το σούρουπο
暮春 ぼしゅん
ουσιαστικό
- 01 τέλος της άνοιξης
- 02 τρίτος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
暮雲 ぼうん
ουσιαστικό
- 01 σύννεφα στο σούρουπο
暮らし振り くらしぶり
ουσιαστικό
- 01 τρόπος ζωής, βιοτική κατάσταση
暮秋 ぼしゅう
ουσιαστικό
- 01 όψιμο φθινόπωρο
- 02 ένατος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου