23 αποτελέσματα για «札»
札 ふだ N1
ουσιαστικό
- 01 εισιτήριο, μάρκα, κουπόνι, απόδειξη
- 02 ετικέτα, καρτελάκι
- 03 πινακίδα, κάρτα, πλάκα
- 04 τράπουλα
- 05 φυλακτό, γούρι
- 06 χάρτινη λωρίδα που αναρτούν οι προσκυνητές στους στύλους των ιερών
札 さつ N3
ουσιαστικό
- 01 τραπεζογραμμάτιο, χαρτονόμισμα
札幌 さっぽろ
ουσιαστικό
- 01 Σαπόρο (πόλη στο Χοκάιντο)
札束 さつたば
ουσιαστικό
- 01 δέσμη χαρτονομισμάτων, στοίβα από χρήματα
- 02 μεγάλο χρηματικό ποσό
札付き ふだつき
ουσιαστικό
- 01 ετικετοποιημένος (κυρίως με αναγραφή τιμής)
- 02 διαβόητος, κακόφημος, αδιόρθωτος
札入れ さついれ
ουσιαστικό
- 01 πορτοφόλι, θήκη χαρτονομισμάτων
札所 ふだしょ
ουσιαστικό
- 01 ναός που εκδίδει φυλαχτά (φουντάσο)
札を付ける ふだをつける
άλλο, ρήμα
- 01 βάζω ετικέτα, τοποθετώ ταμπελάκι
札幌医科大学 さっぽろいかだいがく
ουσιαστικό
- 01 Ιατρικό Πανεπιστήμιο Σαπόρο
札止め ふだどめ
ουσιαστικό
- 01 sold out, κατάμεστος
- 02 τοποθέτηση πινακίδας που απαγορεύει την είσοδο, τη διέλευση, κ.λπ.
札幌管区気象台 さっぽろかんくきしょうだい
ουσιαστικό
- 01 Μετεωρολογικό Παρατηρητήριο Περιφέρειας Σαπόρο
札片 さつびら
ουσιαστικό
- 01 χαρτονόμισμα, μετρητά
札片を切る さつびらをきる
άλλο, ρήμα
- 01 ξοδεύω χρήματα αφειδώς, σπαταλάω τα χρήματά μου
札 さね
ουσιαστικό
- 01 έλασμα πανοπλίας
札割れ ふだわれ
ουσιαστικό
- 01 υποκάλυψη, δημοπρασία με μειωμένη ζήτηση (π.χ. ομολόγων), υποκαλυπτόμενη επιχείρηση της Τράπεζας της Ιαπωνίας
札幌学院大学 さっぽろがくいんだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Σαπόρο Γκακούιν
札幌国際大学 さっぽろこくさいだいがく
ουσιαστικό
- 01 Διεθνές Πανεπιστήμιο του Σαπόρο
札幌大学 さっぽろだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο του Σαπόρο
札幌保健医療大学 さっぽろほけんいりょうだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Επιστημών Υγείας του Σαπόρο
札幌市立大学 さっぽろしりつだいがく
ουσιαστικό
- 01 Δημοτικό Πανεπιστήμιο του Σαπόρο