105 αποτελέσματα για «松»
松 まつ N3
ουσιαστικό
- 01 πεύκο
- 02 υψηλότερος (σε σύστημα κατάταξης τριών βαθμίδων)
松明 たいまつ
ουσιαστικό
- 01 πυρσός (κατασκευασμένος από πεύκο, μπαμπού, καλάμι κ.λπ.), δάδα, φως πυρσού
松山 まつやま
ουσιαστικό
- 01 Ματσουγιάμα (πόλη στην επαρχία Εχίμε)
松原 まつばら
ουσιαστικό
- 01 πευκοδάσος
松葉杖 まつばづえ
ουσιαστικό
- 01 πατερίτσα, πατερίτσες
松の木 まつのき
ουσιαστικό
- 01 πεύκο
松林 まつばやし
ουσιαστικό
- 01 πευκοδάσος
松葉 まつば
ουσιαστικό
- 01 πευκοβελόνα
松風 まつかぜ
ουσιαστικό
- 01 μουρμουρητό του ανέμου μέσα από τα πεύκα
- 02 σφύριγμα του ατμού σε βραστήρα (σε τελετή τσαγιού)
- 03 ματσουκάζε, μπισκότο με γλάσο ζάχαρης πασπαλισμένο με σουσάμι ή παπαρουνόσπορο
松江 まつえ
ουσιαστικό
- 01 Ματσούε (πόλη στο νομό Σιμάνε)
松茸 まつたけ
ουσιαστικό
- 01 μανιτάρι ματσουτάκε (Τριχόλωμα το ματσουτάκε)
松阪牛 まつさかぎゅう
ουσιαστικό
- 01 μοσχάρι Ματσουζάκα
松脂 まつやに
ουσιαστικό
- 01 ρητίνη πεύκου, τερεβινθίνη
松竹梅 しょうちくばい
ουσιαστικό
- 01 πεύκο, μπαμπού και δαμασκηνιά (ευοίωνος συνδυασμός)
- 02 υψηλό, μεσαίο και χαμηλό (κατάταξη), ανώτερο, μεσαίο, κατώτερο, πρώτο, δεύτερο και τρίτο (κλάση)
松ぼっくり まつぼっくり
ουσιαστικό
- 01 κουκουνάρι
松の内 まつのうち
ουσιαστικό
- 01 εβδομάδα της Πρωτοχρονιάς (εορταστικές εκδηλώσεις)
松虫 まつむし
ουσιαστικό
- 01 ματσουμούσι (Xenogryllus marmoratus)
- 02 ματσουμούσι, γρύλος που κελαηδάει σαν καμπάνα (Meloimorpha japonica)
松の葉 まつのは
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πευκοβελόνα
- 02 μικρό δώρο, ενθύμιο
松濤 しょうとう
ουσιαστικό
- 01 ο ήχος του ανέμου που φυσά μέσα στις βελόνες των πεύκων (σαν κύματα)
松の実 まつのみ
ουσιαστικό
- 01 κουκουνάρι