99 αποτελέσματα για «楽»

楽しい たのしい N5

επίθετο

  1. 01 απολαυστικός, διασκεδαστικός, ευχάριστος, χαρούμενος
楽しむ たのしむ

ρήμα

  1. 01 απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι, περνάω καλά, διασκεδάζω
  2. 02 ανυπομονώ
らく N3

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 άνεση, ευκολία, ανακούφιση, γαλήνη, ηρεμία, χαλάρωση
  2. 02 εύκολος, απλός, χωρίς κόπο, χωρίς προβλήματα, χωρίς δυσκολίες
  3. 03 οικονομικά άνετος
  4. 04 κεραμική ράκου
  5. 05 σούκα (ευτυχία)
楽しみ たのしみ N4

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 απόλαυση, ευχαρίστηση, διασκέδαση, χαρά, κέφι, χόμπι
  2. 02 προσμονή, ανυπομονησία, κάτι που προσμένω με ανυπομονησία
楽しみにする たのしみにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανυπομονώ
楽器 がっき N3

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικό όργανο
楽園 らくえん

ουσιαστικό

  1. 01 παράδεισος, Εδέμ
楽勝 らくしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εύκολη νίκη, περίπατος
  2. 02 παιχνιδάκι, πανεύκολο, περίπατος
楽にする らくにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 χαλαρώνω, βολεύομαι
楽観的 らっかんてき

επίθετο

  1. 01 αισιόδοξος, ελπιδοφόρος
楽屋 がくや

ουσιαστικό

  1. 01 καμαρίνι, παρασκήνια
  2. 02 παρασκήνια, το παρασκήνιο, εσωτερικές υποθέσεις
楽譜 がくふ N1

ουσιαστικό

  1. 01 παρτιτούρα, μουσικό κείμενο
楽観 らっかん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αισιοδοξία, υιοθέτηση αισιόδοξης οπτικής
楽しみに待つ たのしみにまつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 περιμένω με προσμονή, ανυπομονώ
楽団 がくだん

ουσιαστικό

  1. 01 ορχήστρα, μουσικό συγκρότημα
楽々 らくらく

επίρρημα

  1. 01 άνετα, εύκολα
楽しい思い出 たのしいおもいで

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ευχάριστη ανάμνηση, γλυκιά ανάμνηση
楽曲 がっきょく

ουσιαστικό

  1. 01 μουσική σύνθεση, μελωδία
楽観視 らっかんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αισιόδοξη θεώρηση, αισιόδοξη σκέψη, υιοθέτηση αισιόδοξης στάσης, βλέπω τη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων
楽天的 らくてんてき

επίθετο

  1. 01 αισιόδοξος