37 αποτελέσματα για «欲»
欲しい ほしい N5
επίθετο, άλλο
- 01 θέλω, επιθυμώ, ποθώ
- 02 θέλω να (κάνεις, κάνουν κ.λπ.)
欲望 よくぼう N1
ουσιαστικό
- 01 επιθυμία, όρεξη, πόθος, λαγνεία
欲 よく N1
ουσιαστικό
- 01 απληστία, πόθος, επιθυμία, όρεξη, πείνα, φιλαργυρία, ανάγκες
欲する ほっする
ρήμα
- 01 θέλω, επιθυμώ
欲求 よっきゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιθυμία, θέληση, βούληση, ευχή, παρόρμηση, πόθος
欲情 よくじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πάθος, πάθη, σεξουαλική επιθυμία, πόθος
欲張り よくばり N2
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 απληστία, πλεονεξία, φιλαργυρία, άπληστο άτομο
欲しいだけ ほしいだけ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 όσο επιθυμεί κανείς, όσα επιθυμεί κανείς, όλα όσα επιθυμεί κανείς
欲求不満 よっきゅうふまん
ουσιαστικό
- 01 δυσαρέσκεια, απογοήτευση, ματαίωση
欲張る よくばる
ρήμα
- 01 γίνομαι άπληστος, είμαι φιλάργυρος, επιθυμώ σφόδρα, ποθώ έντονα, λαχταρώ
欲深い よくぶかい
επίθετο
- 01 πλεονέκτης, άπληστος
欲を言えば よくをいえば
άλλο
- 01 ιδανικά, αν θα μπορούσε να ζητήσει κανείς περισσότερα
欲をかく よくをかく
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι άπληστος, επιθυμώ κάτι υπερβολικά
欲深 よくふか
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 απληστος, φιλάργυρος, πλεονέκτης
欲目 よくめ
ουσιαστικό
- 01 μεροληψία, προκατάληψη
欲に目がくらむ よくにめがくらむ
άλλο, ρήμα
- 01 τυφλώνομαι από την απληστία
欲得 よくとく
ουσιαστικό
- 01 εγωισμός, ιδιοτέλεια
欲得ずく よくとくずく
ουσιαστικό
- 01 διενεργώ πράξεις με κίνητρο το κέρδος, έχω καιροσκοπική στάση, υπολογιστικός
欲心 よくしん
ουσιαστικό
- 01 απληστία
欲念 よくねん
ουσιαστικό
- 01 επιθυμία, πόθος, πάθος