69 αποτελέσματα για «歴»

歴史 れきし N4

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορία
歴史的 れきしてき

επίθετο

  1. 01 ιστορικός, παραδοσιακός
  2. 02 ιστορικής σημασίας
歴代 れきだい

ουσιαστικό

  1. 01 διαδοχικές γενιές, διαδοχικοί αυτοκράτορες
れき

επίθημα

  1. 01 εμπειρία, ιστορία, αρχείο, σταδιοδρομία
歴史上 れきしじょう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ιστορικός
歴戦 れきせん

ουσιαστικό

  1. 01 έμπειρος (π.χ. στρατιώτης), πολυκαιρισμένος στη μάχη, μπαρουτοκαπνισμένος, μακράς στρατιωτικής θητείας
歴然 れきぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 προφανής, σαφής, ευδιάκριτος, ξεκάθαρος
歴史書 れきししょ

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό βιβλίο
歴史に残る れきしにのこる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μένω στην ιστορία, καταγράφω στα ιστορικά βιβλία
歴史家 れきしか

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικός
歴史学 れきしがく

ουσιαστικό

  1. 01 ιστοριογραφία
歴とした れっきとした

άλλο

  1. 01 αναγνωρισμένος, πλήρως καταξιωμένος, ξεκάθαρος, αξιοπρεπής
歴々 れきれき

ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 επιφανείς άνθρωποι, αξιωματούχοι, διακεκριμένες οικογένειες
  2. 02 καθαρός, σαφής, προφανής
歴任 れきにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδοχικές θέσεις εργασίας, συνεχόμενα αξιώματα
歴史小説 れきししょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό μυθιστόρημα
歴訪 れきほう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιοδεία επισκέψεων, διαδοχικές επισκέψεις σε διάφορα μέρη
歴史を刻む れきしをきざむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 χαράζω ιστορία, γράφω ιστορία, έχω ιστορία
歴史観 れきしかん

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορική θεώρηση
歴史哲学 れきしてつがく

ουσιαστικό

  1. 01 φιλοσοφία της ιστορίας
歴史は繰り返す れきしはくりかえす

άλλο, ρήμα

  1. 01 η ιστορία επαναλαμβάνεται